ACOG: Νέες οδηγίες για την εμμηνόπαυση – Οι συστάσεις για τη διαχείριση των συμπτωμάτων

ACOG: Νέες οδηγίες για την εμμηνόπαυση – Οι συστάσεις για τη διαχείριση των συμπτωμάτων
Kateryna Hliznitsova / Unsplash
Πέμπτη, 22/10/2026 - 13:17

Το Αμερικανικό Κολέγιο Μαιευτήρων και Γυναικολόγων διεύρυνε τις συστάσεις του για την αντιμετώπιση συχνών συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης, όπως οι εξάψεις, οι διαταραχές ύπνου και οι αλλαγές στη διάθεση.

Οι εξάψεις, οι δυσκολίες στον ύπνο και οι αλλαγές στη διάθεση είναι από τα συχνότερα συμπτώματα που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στην εμμηνόπαυση και μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την καθημερινότητά τους. Στις 15 Οκτωβρίου 2026, το Αμερικανικό Κολέγιο Μαιευτήρων και Γυναικολόγων (ACOG) δημοσίευσε νέες, διευρυμένες κλινικές οδηγίες για την αντιμετώπισή τους.

Οι οδηγίες επικαιροποιούν τις προηγούμενες συστάσεις, που είχαν εκδοθεί το 2014. Ο Nathan Goodyear, μαιευτήρας-γυναικολόγος στο Williams Cancer Instituteδήλωσε στο Medical News Today:

«Δεν θα έλεγα απαραίτητα ότι οι νέες οδηγίες αντικαθιστούν τις προηγούμενες. Θα έλεγα ότι τις συμπληρώνουν. Καθώς περνούν τα χρόνια, προκύπτουν νέα επιστημονικά ευρήματα και οι συστάσεις χρειάζονται αναθεώρηση. Η επιστήμη εξελίσσεται συνεχώς».

«Οι νέες οδηγίες του ACOG προσφέρουν πολύ πιο αναλυτικές συστάσεις για τη φροντίδα των γυναικών που εμφανίζουν αγγειοκινητικά συμπτώματα, διαταραχές ύπνου και αλλαγές στη διάθεση κατά την εμμηνόπαυση, με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους», πρόσθεσε η Sheryl Ross, μαιευτήρας-γυναικολόγος και ειδικός σε θέματα γυναικείας υγείας στο Providence Saint John’s Health Center.

Όπως εξήγησε, «οι προηγούμενες οδηγίες του ACOG ήταν πιο περιορισμένες. Δεν έδιναν τόσο σαφείς κατευθύνσεις ούτε τόσες λεπτομέρειες για τις θεραπευτικές επιλογές, ενώ δεν τόνιζαν τη σημασία της συνεργασίας με την ασθενή».

Πιο αναλυτικές οδηγίες για την ορμονική θεραπεία και τις υπόλοιπες επιλογές

Οι οδηγίες του ACOG για το 2026 αφορούν ειδικά τα προβλήματα ύπνου, τις αλλαγές στη διάθεση και τα αγγειοκινητικά συμπτώματα, όπως οι εξάψεις. Περιλαμβάνουν επικαιροποιημένες συστάσεις τόσο για τη χορήγηση φαρμάκων, μεταξύ αυτών και της ορμονικής θεραπείας, όσο και για μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις.

Σε σύγκριση με τις συστάσεις του 2014, δίνουν περισσότερες πληροφορίες για το πότε είναι προτιμότερο να ξεκινά η ορμονική θεραπεία της εμμηνόπαυσης, ώστε οι γυναίκες να αποκομίζουν το μεγαλύτερο δυνατό όφελος, με όσο το δυνατόν λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες.

Πότε πρέπει να ξεκινά η ορμονική θεραπεία

«Όταν επιλέγεται ορμονική θεραπεία για την αντιμετώπιση των αγγειοκινητικών συμπτωμάτων και των διαταραχών ύπνου που συνδέονται με αυτά, το ACOG συνιστά η έναρξή της να γίνεται πριν από την ηλικία των 60 ετών ή μέσα σε 10 χρόνια από την έναρξη της φυσικής εμμηνόπαυσης, εφόσον δεν υπάρχουν αντενδείξεις για τη λήψη ορμονών».

Οι οδηγίες εξετάζουν επίσης τις μη ορμονικές θεραπείες, δίνοντας έμφαση σε δύο φάρμακα που ανήκουν στους ανταγωνιστές των υποδοχέων νευροκινίνης: τη φεζολινετάντη και την ελινζανετάντη. Τα φάρμακα αυτά μπορούν να ανακουφίσουν συμπτώματα όπως οι εξάψεις σε γυναίκες που δεν μπορούν να λάβουν ορμονική θεραπεία ή προτιμούν να την αποφύγουν.

Ποιες γυναίκες ωφελούνται από την ορμονική θεραπεία και ποιες από τις μη ορμονικές επιλογές;

Η Ross εξήγησε ότι η ορμονική θεραπεία μπορεί να μην είναι κατάλληλη, για παράδειγμα, για γυναίκες που έχουν υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο ή έχουν ιστορικό ορισμένων μορφών καρκίνου του μαστού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι μη ορμονικές θεραπείες μπορεί να αποτελούν καταλληλότερη επιλογή.

«Οι νέες οδηγίες του ACOG συνιστούν πλέον μη ορμονικά φάρμακα, όπως τα Veozah και Lynkuet, καθώς και αντικαταθλιπτικά που ανήκουν στους εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή στους αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης. Οι επιλογές αυτές αφορούν γυναίκες που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να λάβουν ορμονική θεραπεία, αλλά και όσες την έχουν δοκιμάσει και εμφάνισαν ανεπιθύμητες ενέργειες», διευκρίνισε.

Οι οδηγίες περιλαμβάνουν επίσης νέες συστάσεις για μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις, για τις οποίες υπάρχουν επαρκή επιστημονικά στοιχεία. Ανάλογα με τις ανάγκες κάθε γυναίκας, μπορούν να χρησιμοποιηθούν παράλληλα με την ορμονική θεραπεία ή τα μη ορμονικά φάρμακα.

Σε αυτές περιλαμβάνονται η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία, οι πρακτικές ενσυνειδητότητας, η τακτική άσκηση, η κλινική ύπνωση και ο βελονισμός.

Παράλληλα, το ACOG επισημαίνει ποιες παρεμβάσεις είναι προτιμότερο να αποφεύγονται, επειδή δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την αποτελεσματικότητα ή την ασφάλειά τους. Συγκεκριμένα, προειδοποιεί κατά της χρήσης φυτοοιστρογόνων και φυτικών συμπληρωμάτων για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης.

Προειδοποίηση για τα φυτοοιστρογόνα και τα φυτικά συμπληρώματα

«Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν τεκμηριώνουν την αποτελεσματικότητα ή την ασφάλεια των φυτοοιστρογόνων, όπως οι ισοφλαβόνες σόγιας, ή των φυτικών συμπληρωμάτων για την αντιμετώπιση των αγγειοκινητικών ή άλλων συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης. […] Επιπλέον, επειδή θεωρούνται συμπληρώματα διατροφής, οι συμπληρωματικές αυτές θεραπείες δεν υπόκεινται στον έλεγχο του αμερικανικού Οργανισμού Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) και δεν έχουν ελεγχθεί ως προς την ασφάλεια, την αποτελεσματικότητα ή την καθαρότητά τους».

«Οι συστάσεις του ACOG βασίζονται σε θεραπείες με επιστημονική τεκμηρίωση και αποθαρρύνουν τη χρήση φυσικών σκευασμάτων χωρίς αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα, όπως τα συμπληρώματα και τα φυτικά οιστρογόνα, για την αντιμετώπιση των εξάψεων», τόνισε η Ross.

Πρόσθεσε ότι οι νέες συστάσεις «υπογραμμίζουν την ανάγκη για καλύτερη ενημέρωση των ασθενών και για περισσότερες προσπάθειες προσέγγισης των γυναικών που έχουν περιορισμένη πρόσβαση στην περίθαλψη. Αναγνωρίζουν επίσης ότι οι πολιτισμικές, κοινωνικοοικονομικές και φυλετικές διαφορές επηρεάζουν την έγκαιρη πρόσβαση στην κατάλληλη φροντίδα».

«Έτσι, οι επαγγελματίες υγείας έχουν σαφέστερη καθοδήγηση για τη φροντίδα αυτών των γυναικών, ενώ οι ίδιες οι ασθενείς αποκτούν πιο ενεργό ρόλο. Η αντιμετώπιση των αλλαγών αυτής της περιόδου βασίζεται περισσότερο στη συνεργασία», επισήμανε η Ross.

Οι «5 βασικές διαφορές» στις νέες οδηγίες

Ο Goodyear εντόπισε «πέντε βασικές διαφορές» ανάμεσα στις προηγούμενες και τις νέες συστάσεις του ACOG για τα συχνά συμπτώματα της εμμηνόπαυσης.

Η πρώτη είναι ότι «η χορήγηση ορμονικής θεραπείας απαιτεί πιο εξατομικευμένη εκτίμηση του κινδύνου».

«Για να εκτιμήσουμε τον κίνδυνο ξεχωριστά για κάθε ασθενή, χρειάζεται να εφαρμόσουμε την ιατρική ακριβείας», εξήγησε. «Αυτό σημαίνει να δίνουμε τη σωστή θεραπεία στη σωστή ασθενή, τη σωστή στιγμή, στο κατάλληλο περιβάλλον και λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες της».

«Αντί να ακολουθούμε ένα γενικό πρωτόκολλο, εξετάζουμε τι πραγματικά ζητά και τι χρειάζεται η γυναίκα που έχουμε απέναντί μας, με βάση και τους δικούς της παράγοντες κινδύνου», είπε.

Η δεύτερη διαφορά είναι ότι «προσδιορίζεται με μεγαλύτερη σαφήνεια πότε πρέπει να ξεκινά η ορμονική θεραπεία».

«Η επικαιροποίηση του Νοεμβρίου 2026 βασίζεται στις προηγούμενες αναθεωρήσεις» των οδηγιών του ACOG, ανέφερε ο Goodyear. «Η ορμονική θεραπεία παραμένει βασική σύσταση για τα αγγειοκινητικά συμπτώματα, αφού πρώτα αξιολογηθεί ο κίνδυνος για κάθε γυναίκα».

Κατά την εκτίμησή του, «η σύσταση για έναρξη της ορμονικής θεραπείας πριν από τα 60 έτη ή μέσα σε 10 χρόνια από την εμμηνόπαυση […] επιβεβαιώνει τις προηγούμενες συστάσεις».

Η τρίτη διαφορά αφορά την «αξιοποίηση μη ορμονικών φαρμάκων για την αντιμετώπιση των αγγειοκινητικών συμπτωμάτων».

«Η σημαντικότερη προσθήκη στις νέες συστάσεις είναι οι μη ορμονικές θεραπείες για τα αγγειοκινητικά συμπτώματα. Μέχρι τώρα, η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων που προκαλούνται από τις ορμονικές αλλαγές βασιζόταν στις ορμονικές θεραπείες. Η φεζολινετάντη και η ελινζανετάντη, αντίθετα, στοχεύουν τις νευροκινίνες 3 και 1 και όχι τους ορμονικούς υποδοχείς. Έτσι, για την αντιμετώπιση των ίδιων συμπτωμάτων αξιοποιούνται πλέον και οι νευροβιολογικοί μηχανισμοί που ενεργοποιούνται ως συνέπεια των ορμονικών αλλαγών».

Η τέταρτη διαφορά είναι ότι «δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στις διαταραχές του ύπνου, του κιρκάδιου ρυθμού και της διάθεσης κατά την αξιολόγηση και τη θεραπεία των συμπτωμάτων της περιεμμηνόπαυσης και της εμμηνόπαυσης».

«Οι συστάσεις του 2026 συνδέουν τις διαταραχές της διάθεσης, του κιρκάδιου ρυθμού και του ύπνου με την ποιότητα ζωής κατά την περιεμμηνόπαυση και την εμμηνόπαυση. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να περιοριζόμαστε στην ανακούφιση αυτών των συμπτωμάτων. Χρειάζεται να τα βλέπουμε και ως πιθανές ενδείξεις ότι ο οργανισμός έχει χάσει μέρος της ανθεκτικότητάς του και ότι μπορεί να υπάρχουν ευρύτερες διαταραχές στη λειτουργία των βιολογικών του συστημάτων», προειδοποίησε ο Goodyear.

Η πέμπτη και τελευταία διαφορά που ανέφερε είναι ότι «αναγνωρίζεται περισσότερο ο ρόλος των συμπληρωματικών παρεμβάσεων στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης».

«Στις συστάσεις του 2026, το ACOG δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα σε αυτές τις θεραπείες για τα συμπτώματα της περιεμμηνόπαυσης και της εμμηνόπαυσης, ιδιαίτερα για τα αγγειοκινητικά, παράλληλα με τις συμβατικές θεραπείες», δήλωσε, αναφερόμενος στις μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις των οδηγιών.

«Επικροτώ αυτή την προσπάθεια του ACOG να ενθαρρύνει ξανά τις ασθενείς να αξιοποιήσουν συμπληρωματικές θεραπείες που στηρίζονται σε επιστημονικά στοιχεία», σχολίασε.

Πώς μπορούν οι νέες οδηγίες να βελτιώσουν τη φροντίδα;

Ο Goodyear και η Ross εξήγησαν πώς οι νέες συστάσεις του ACOG θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη φροντίδα των γυναικών στην εμμηνόπαυση.

Ενίσχυση της εμπιστοσύνης ανάμεσα στον γιατρό και την ασθενή

Ο Goodyear χαρακτήρισε τις οδηγίες του 2026 «ένα καλό πρώτο βήμα» για τη βελτίωση της σχέσης γιατρού και ασθενούς, σε μια περίοδο κατά την οποία πολλοί άνθρωποι έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στους επαγγελματίες υγείας.

Όπως τόνισε:

«Το χάσμα ανάμεσα στους ασθενείς και στους γιατρούς τους μεγαλώνει. Αντί να απευθύνονται στον γιατρό τους, πολλοί αναζητούν πιο εύκολα συμβουλές από το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης […]. Επιπλέον, δημοσίευση στο JAMA στα τέλη του 2024 έδειξε ότι μόλις το 40% των ασθενών δήλωνε πως είχε 'μεγάλη εμπιστοσύνη' στους γιατρούς και στα νοσοκομεία, από 71,5% τον Απρίλιο του 2020. Οι αναθεωρημένες συστάσεις του ACOG ενισχύουν τις θεραπείες που βασίζονται σε επιστημονικά στοιχεία και αναδεικνύουν τον ρόλο των συμπληρωματικών παρεμβάσεων. Είναι ένα καλό πρώτο βήμα για να αποκατασταθεί η σχέση ασθενούς και γιατρού, η οποία έχει δεχθεί πιέσεις και έχει ως έναν βαθμό κλονιστεί».

Καλύτερη ενημέρωση για τα πραγματικά οφέλη της ορμονικής θεραπείας

Η Ross αναφέρθηκε επίσης στην πρόσφατη απόφαση του FDA να αφαιρέσει από σκευάσματα ορμονικής θεραπείας την προειδοποίηση σε μαύρο πλαίσιο, την οποία χαρακτήρισε «παραπλανητική». Όπως υποστήριξε, η προειδοποίηση «ανέφερε λανθασμένα προς τις γυναίκες και τους επαγγελματίες υγείας ότι η ορμονική θεραπεία θα αύξανε τον κίνδυνο θρομβώσεων, καρκίνου του μαστού και εγκεφαλικών επεισοδίων, […] με βάση την περιβόητη και προβληματική μελέτη Women’s Health Initiative του 2002».

«Με αυτή την απόφαση, ο FDA αναγνωρίζει πλέον όλα τα οφέλη που μπορεί να προσφέρει η ορμονική θεραπεία στην υγιή γήρανση και τη μακροζωία των γυναικών», δήλωσε. «Έπειτα από περισσότερα από 20 χρόνια αναμονής, αποκαθίσταται η εμπιστοσύνη στην ασφαλή χρήση της ορμονικής θεραπείας στην εμμηνόπαυση, ως συνιστώμενης φαρμακευτικής επιλογής για καλύτερη ποιότητα ζωής και υγιή γήρανση».

Κατά τη Ross, αυτή η αναθεωρημένη εικόνα αποτυπώνεται και στις νέες οδηγίες του ACOG, οι οποίες αναδεικνύουν τα οφέλη της ορμονικής θεραπείας.

«Το ACOG είναι ένας από τους βασικούς ιατρικούς οργανισμούς που εμπιστεύονται και σέβονται οι επαγγελματίες υγείας στον τομέα της γυναικείας υγείας. Γι’ αυτό οι συστάσεις του έχουν σημασία. Οι νέες οδηγίες προσφέρουν σαφείς κατευθύνσεις για την ασφαλή αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, τόσο στους επαγγελματίες υγείας όσο και στις γυναίκες που περνούν αυτή τη φυσιολογική ορμονική μετάβαση. Ο τελικός στόχος είναι να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής των γυναικών και να υποστηριχθεί η υγιής γήρανση».

Τι συμβουλεύουν οι ειδικοί: Πώς να συζητήσετε με τον γιατρό σας όσα σας απασχολούν για την εμμηνόπαυση

«Κλείστε ένα ραντεβού για να συζητήσετε τις ορμονικές αλλαγές που βιώνετε ή ανοίξτε αυτή τη συζήτηση κατά τον τακτικό προληπτικό γυναικολογικό σας έλεγχο», συμβούλεψε η Ross.

«Πριν από την επίσκεψη, αφιερώστε λίγο χρόνο για να παρατηρήσετε και να καταγράψετε αναλυτικά τι έχει αλλάξει. Παρακολουθήστε την περίοδό σας, σημειώνοντας τυχόν αλλαγές στη διάρκεια, στη ροή και στην ποσότητα του αίματος. Κρατήστε επίσης ένα ημερολόγιο συμπτωμάτων: πόσο συχνά εμφανίζονται, πόσο έντονα είναι και πώς επηρεάζουν τον ύπνο, τη δουλειά και τις σχέσεις σας», πρότεινε. «Πάρτε μαζί σας μια λίστα με όσα θέλετε να συζητήσετε και με τη βοήθεια που χρειάζεστε από τον γιατρό σας».

«Στην επίσκεψη, δείξτε το ημερολόγιο των συμπτωμάτων σας και αναφέρετε το ατομικό και οικογενειακό ιατρικό ιστορικό σας. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να ενημερώσετε τον γιατρό σας για τυχόν ιστορικό καρδιοπάθειας, εγκεφαλικού επεισοδίου, θρομβώσεων ή καρκίνου του μαστού, ώστε να σας βοηθήσει να επιλέξετε θεραπείες που είναι ασφαλείς και κατάλληλες για εσάς», δήλωσε η Ross.

«Συζητήστε τι θέλετε να πετύχετε με τη θεραπεία, ποια είναι τα οφέλη και οι κίνδυνοι κάθε επιλογής και ποια ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες σας. Πριν φύγετε, προγραμματίστε επανεξέταση σε δύο έως τρεις μήνες. Να θυμάστε ότι η διαδικασία είναι προσωπική για κάθε γυναίκα και χρειάζεται συνεργασία με τον γιατρό της», κατέληξε η ίδια.