Το πρώτο παιδί που γεννήθηκε με εξωσωματική γονιμοποίηση ήρθε στον κόσμο στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Από τότε, περισσότερα από 5 εκατομμύρια παιδιά έχουν γεννηθεί με τη βοήθεια της μεθόδου.
Επειδή η εξωσωματική έχει σχετικά σύντομη ιστορία, έχουν εκφραστεί ανησυχίες για το κατά πόσο μπορεί να επηρεάσει την υγεία αυτών των παιδιών αργότερα στη ζωή τους. Αντίστοιχα ερωτήματα έχουν τεθεί και για την υγεία των γυναικών που υποβάλλονται στη θεραπεία, είτε αυτή είναι επιτυχής είτε όχι.
Ευτυχώς, η συντριπτική πλειονότητα των μελετών μέχρι σήμερα δείχνει ότι οι φόβοι αυτοί σε μεγάλο βαθμό δεν επιβεβαιώνονται.
Η Δρ. Raelia Lew είναι γυναικολόγος με εξειδίκευση στη γονιμότητα και διευθύντρια του Women’s Health Melbourne στην Αυστραλία. Η ίδια απαντά σε μερικές από τις πιο συχνές ερωτήσεις σχετικά με τις μακροχρόνιες πιθανές επιδράσεις της εξωσωματικής γονιμοποίησης, τόσο στην υγεία του μωρού, όσο και της μητέρας.
Τα παιδιά που γεννιούνται με εξωσωματική αντιμετωπίζουν συχνότερα προβλήματα κατά τη γέννηση;
Η απάντηση είναι ναι, αλλά το ζήτημα είναι πιο σύνθετο.
Τα περισσότερα παιδιά που γεννιούνται με εξωσωματική φαίνεται να είναι υγιή. Ωστόσο, παρατηρείται μικρή αύξηση στη συχνότητα προβλημάτων όπως το χαμηλό βάρος γέννησης, ο πρόωρος τοκετός και οι συγγενείς ανωμαλίες.
Ειδικότερα, μετα-ανάλυση 45 μελετών, που δημοσιεύθηκε στο Human Reproduction Update, διαπίστωσε κατά 32% υψηλότερο σχετικό κίνδυνο συγγενών ανωμαλιών σε σύγκριση με τη φυσική σύλληψη. Σημειώνουμε ότι το «32% υψηλότερος κίνδυνος» δεν σημαίνει ότι το 32% των παιδιών εμφανίζει συγγενείς ανωμαλίες. Για παράδειγμα, εάν ο αρχικός κίνδυνος ήταν 3%, μια σχετική αύξηση 32% θα τον ανέβαζε περίπου στο 4%.
Άλλη μετα-ανάλυση συνέδεσε την εξωσωματική και τη μικρογονιμοποίηση με κατά 54% υψηλότερο κίνδυνο πρόωρης γέννησης και κατά 65% υψηλότερο κίνδυνο χαμηλού βάρους γέννησης, ακόμη και στις κυήσεις με ένα έμβρυο.
Οι συσχετίσεις δεν αποδεικνύουν ότι ευθύνεται αποκλειστικά η θεραπεία, αλλά ορισμένες από τις πιθανές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην υγεία ενδέχεται να οφείλονται σε επιγενετικές αλλαγές.
Τι είναι η επιγενετική;
Η επιγενετική αφορά τους βιολογικούς μηχανισμούς που ρυθμίζουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα γονίδια. Μπορείτε να τους φανταστείτε σαν «διακόπτες» που ενεργοποιούν ή απενεργοποιούν τα γονίδια.
Όσα συμβαίνουν στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης, ακόμη και κατά την εμβρυϊκή ζωή, μπορούν να επηρεάσουν την υγεία ενός ανθρώπου στο μέλλον. Η επιγενετική παίζει σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Θεωρητικά, η εξωσωματική θα μπορούσε να προκαλέσει επιγενετικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των γονιδίων, χωρίς να γνωρίζουμε ακόμη ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες.
Επιγενετικές αλλαγές έχουν εντοπιστεί σε πολλές χρόνιες παθήσεις, όπως ο διαβήτης, ο καρκίνος και οι ψυχιατρικές διαταραχές.
Ποιοι άλλοι παράγοντες επηρεάζουν την εικόνα;
Οι γυναίκες και τα ζευγάρια που χρειάζονται θεραπεία υπογονιμότητας συχνά έχουν ήδη παράγοντες κινδύνου για διάφορες παθήσεις. Σε αυτούς περιλαμβάνονται η μεγαλύτερη ηλικία, αλλά και προβλήματα υγείας που ευθύνονται για την ίδια την υπογονιμότητα.
Τι γνωρίζουμε για την υγεία της γυναίκας μετά την εξωσωματική;
Στο πλαίσιο της εξωσωματικής χορηγούνται ορμονικές θεραπείες που ανεβάζουν προσωρινά σε πολύ υψηλά επίπεδα τα οιστρογόνα και την προγεστερόνη στο αίμα.
Έτσι, έχει προκύψει το ερώτημα αν οι γυναίκες που υποβάλλονται σε εξωσωματική κινδυνεύουν περισσότερο να εμφανίσουν καρκίνο κάποια στιγμή στη ζωή τους. Η ανησυχία αφορά κυρίως τις μορφές καρκίνου των οποίων η ανάπτυξη επηρεάζεται από τις ορμόνες, δηλαδή εκείνες που είναι θετικές σε ορμονικούς υποδοχείς.
Το ενδιαφέρον έχει επικεντρωθεί κυρίως στον καρκίνο του μαστού και των ωοθηκών, αν και έχουν εξεταστεί και άλλες μορφές καρκίνου.
Οι γυναίκες που κάνουν εξωσωματική είναι συνήθως σχετικά νέες και υγιείς, επομένως τα περιστατικά καρκίνου σε αυτή την ομάδα είναι σπάνια.
Επίσης, τα στοιχεία που διαθέτουμε προέρχονται κυρίως από μελέτες παρατήρησης.
Οι μελέτες αυτού του είδους δέχονται συχνά κριτική για αδυναμίες στη μεθοδολογία τους και για παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τα αποτελέσματα. Για παράδειγμα, ο αριθμός των συμμετεχουσών μπορεί να είναι μικρός για να μελετηθεί μια σπάνια ασθένεια. Επίσης, συχνά εξετάζονται μαζί γυναίκες με διαφορετικά χαρακτηριστικά, οι οποίες έχουν λάβει διαφορετικές θεραπείες, ενώ η παρακολούθησή τους δεν διαρκεί αρκετά ώστε να καταγραφούν πιθανές επιπτώσεις πολλά χρόνια αργότερα.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη επειδή η ίδια η υπογονιμότητα αποτελεί παράγοντα κινδύνου για ορισμένες μορφές καρκίνου, όπως του μαστού, των ωοθηκών και της μήτρας. Η απόκτηση παιδιών σε νεαρή ηλικία, από την άλλη, λειτουργεί προστατευτικά απέναντι σε αυτούς τους καρκίνους.
Τι δείχνουν μέχρι σήμερα οι μελέτες;
Τα μέχρι τώρα ευρήματα είναι καθησυχαστικά. Οι περισσότερες μελέτες δείχνουν ότι η εξωσωματική δεν αυξάνει τον κίνδυνο διηθητικού καρκίνου των ωοθηκών, κακοήθους μελανώματος ή καρκίνου του ενδομητρίου, του τραχήλου της μήτρας, του μαστού, του θυρεοειδούς και του παχέος εντέρου.
Ενδέχεται, ωστόσο, να αυξάνει ελάχιστα τον κίνδυνο εμφάνισης οριακών όγκων των ωοθηκών. Οι όγκοι αυτοί είναι πολύ σπάνιοι, είτε μια γυναίκα έχει κάνει εξωσωματική είτε όχι, και η πρόγνωσή τους είναι σχετικά καλή.








