Τα φάρμακα GLP-1 «οδηγούν» τη ζήτηση για προϊόντα πρωτεΐνης – Τι αλλάζει

Τα φάρμακα GLP-1 «οδηγούν» τη ζήτηση για προϊόντα πρωτεΐνης – Τι αλλάζει
Pixabay
Παρασκευή, 23/10/2026 - 14:25

Οι χρήστες φαρμάκων GLP-1 φαίνεται να αναζητούν προϊόντα με περισσότερη πρωτεΐνη.

Το τελευταίο διάστημα η αγορά έχει κατακλειστεί από προϊόντα εμπλουτισμένα με πρωτεΐνη. Από γαλακτοκομικά και καφέδες μέχρι έτοιμα γεύματα και επιδόρπια, η νέα καταναλωτική τάση «θέλει» να βρίσκεται στα ράφια των καταστημάτων πληθώρα πρωτεϊνούχων προϊόντων. Αυτή η ξαφνική ζήτηση στα προϊόντα πρωτεΐνης μπορεί να έχει εξήγηση, η οποία εν μέρει να οφείλεται στη χρήση των φαρμάκων GLP-1.

«Η αυξανόμενη ζήτηση των φαρμάκων για την απώλεια βάρους οδηγεί σε ραγδαία ανάπτυξη της αγοράς προϊόντων με υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη, καθώς όσοι λαμβάνουν σκευάσματα GLP-1 —όπως το Ozempic της Novo Nordisk και το Mounjaro της Eli Lilly— αναζητούν τρόπους για να αντισταθμίσουν την απώλεια μυϊκής μάζας που ενδέχεται να προκαλέσουν τα εν λόγω φάρμακα», τονίζει σε άρθρο του το Reuters.

Η νέα στροφή προς πρωτεϊνούχα προϊόντα ανησυχεί τους ειδικούς, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι πολλοί άνθρωποι λαμβάνουν περισσότερη πρωτεΐνη απ΄ όση πραγματικά χρειάζονται. Για παράδειγμα, η Dana Hunnes, καθηγήτρια και κλινική διαιτολόγος στο UCLA, ξεκθαρίζει ότι ο μέσος άνθρωπος δεν χρειάζεται τόση πρωτεΐνη όση προσπαθεί το μάρκετινγκ να μας «περάσει» ότι χρειάζεται.

«Σύμφωνα με έρευνα της Boston Consulting Group που διεξήχθη τον Αύγουστο, οι χρήστες φαρμάκων GLP-1 δηλώνουν ότι σκοπεύουν να δαπανήσουν 11% περισσότερα χρήματα για τρόφιμα πλούσια σε πρωτεΐνη, σε σύγκριση με το διάστημα πριν ξεκινήσουν τη λήψη των φαρμάκων αυτών», όπως γράφει το Reuters.

Οι καταναλωτές διαβάζουν τις ετικέτες των προϊόντων

Παρόλο που οι καταναλωτές αναζητούν νέες πηγές πρωτεΐνης για τη διατροφή τους, γίνονται όλο και πιο επιφυλακτικοί απέναντι σε τρόφιμα που διαφημίζονται ως προϊόντα υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη, όπως προέκυψε από συνεντεύξεις του Reuters με καταναλωτές και στελέχη εταιρειών. «Ορισμένοι αγοραστές αμφιβάλλουν για το αν τα προϊόντα περιέχουν όντως τόση πρωτεΐνη όση υπονοεί η διαφήμιση, ενώ παράλληλα αποθαρρύνονται από προϊόντα που περιέχουν τόσα πολλά πρόσθετα ή ζάχαρη, ώστε να ακυρώνεται ο ισχυρισμός περί διατροφικής αξίας», επισημαίνει το Reuters.

Σε έκθεση της εταιρείας ερευνών μάρκετινγκ NielsenIQ, που δημοσιεύθηκε νωρίτερα φέτος, αναφέρεται ότι ο κλάδος των σνακ έχει εισέλθει στην «εποχή της λογοδοσίας». Σύμφωνα με την έρευνα, το 25% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι χρησιμοποιεί εφαρμογές σάρωσης για να ελέγξει τη διατροφική αξία των προϊόντων — ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το περίπου 17% που καταγράφηκε πέρυσι.

«Η πρωτεΐνη δεν αποτελεί πλέον στοιχείο διαφοροποίησης», δήλωσε ο Chris Costagli, επικεφαλής ερευνητής μάρκετινγκ στη NielsenIQ και συντάκτης της σχετικής έκθεσης. Η Megan Gisela Bautista, εργαζόμενη σε μη κερδοσκοπικό οργανισμό στο Μέριλαντ, η οποία κάνει προπόνηση ενδυνάμωσης, απογοητεύτηκε πρόσφατα από την περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη ενός σνακ με κοτόπουλο, το οποίο διαφημιζόταν ως πλούσιο σε πρωτεΐνη. «Θα πρέπει να φάω πέντε τέτοια», είπε η Bautista. «Κάτι τέτοιο δεν είναι καλό για την υγεία», πρόσθεσε.

«Η πρωτεΐνη ήρθε για να μείνει, αλλά η συζήτηση γύρω από αυτήν πρέπει να εξελιχθεί», δήλωσε στο Reuters η Susan Zaripheh, επικεφαλής έρευνας για τη Βόρεια Αμερική στην εταιρεία παραγωγής γιαουρτιού Danone. «Οι καταναλωτές αρχίζουν να κοιτάζουν πέρα από τα γραμμάρια, ενημερώνονται περισσότερο για τις λεπτές διαφορές που αφορούν την πηγή της πρωτεΐνης και τη θρεπτική της πυκνότητα», διευκρίνισε. Το Reuters εντόπισε αρκετά brands, που διαφημίζουν την περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη με βάση ένα μέγεθος μερίδας μεγαλύτερο από αυτό που χρησιμοποιείται στις κανονικές εκδόσεις των ίδιων προϊόντων – μεταξύ άλλων σε ζυμαρικά, βρώμη και γκρανόλα.

Η Nature Valley, που ανήκει στην General Mills, προσφέρει γκρανόλα με «βρώμη και μέλι» (oats ‘n honey), η οποία αναγράφει στη συσκευασία της ότι περιέχει 13 γραμμάρια πρωτεΐνης. Η ποσότητα αυτή αφορά μερίδα μεγέθους 2/3 του φλιτζανιού (65 γραμμάρια) – μέγεθος υπερδιπλάσιο από το 1/4 του φλιτζανιού (27 γραμμάρια) που ορίζεται ως μερίδα για την απλή, μη ενισχυμένη εκδοχή του ίδιου προϊόντος. Σε δήλωσή της, η General Mills ανέφερε ότι θεωρεί την κανονική εκδοχή ως σνακ, ενώ η εκδοχή με την προσθήκη πρωτεΐνης μπορεί να καταναλωθεί είτε ως σνακ είτε ως ένα πιο πλήρες γεύμα δημητριακών.

Αναλογία πρωτεΐνης προς θερμίδες

Η αναλογία πρωτεΐνης προς θερμίδες –ένας δείκτης που χρησιμοποιούν οι διαιτολόγοι για να περιγράψουν την περιεκτικότητα ενός προϊόντος σε πρωτεΐνη– υποδηλώνει μια «πολύ χαμηλή συνολική ποσότητα πρωτεΐνης», δήλωσε ο Jonathan Bonnet, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ και επικεφαλής ιατρικός διευθυντής στο Ardmore Institute of Health. Ο Bonnet σημείωσε ότι, το τελευταίο διάστημα, όλο και περισσότεροι ασθενείς ζητούν τη συμβουλή του σχετικά με την πρόσληψη πρωτεΐνης.

Παρόλα αυτά, πολλές εταιρείες διευρύνουν την γκάμα των προϊόντων τους για να καλύψουν τη ζήτηση. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε τον Αύγουστο η εταιρεία ερευνών Circana, περίπου το 48% των ενηλίκων στις ΗΠΑ επιδιώκει να εντάξει περισσότερη πρωτεΐνη στη διατροφή του – ποσοστό αυξημένο κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με πέρυσι.

Η αλυσίδα σούπερ μάρκετ Aldi δήλωσε πρόσφατα στο Reuters ότι πρόκειται να λανσάρει μια νέα σειρά από pancakes με προσθήκη πρωτεΐνης, υπό την ιδιωτική της ετικέτα. Πρόκειται για την πιο πρόσφατη προσθήκη σε μια σειρά προϊόντων υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη που κυκλοφόρησαν φέτος, στα οποία περιλαμβάνονται ανθρακούχο νερό, κράκερ και κρέας jerky από μοσχάρι Wagyu.

Όπως ανέφερε η Walmart στο Reuters τον περασμένο μήνα, από τον Νοέμβριο έως τον Ιανουάριο θα διαθέτει αποκλειστικά στα ράφια της έναν νέο στιγμιαίο καφέ εμπλουτισμένο με πρωτεΐνη, από τη σειρά Folgers της εταιρείας J.M. Smucker's.

Να σημειωθεί ότι, η Globe Market Research εκτίμησε, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ότι η παγκόσμια αγορά τροφίμων εμπλουτισμένων με πρωτεΐνη άξιζε σχεδόν 58 δισεκατομμύρια δολάρια πέρυσι.

Τελευταία τροποποίηση στις 23/10/2026 - 14:33