Η πόρτα του ΕΣΥ φαίνεται να έχει ανοίξει για τα καλά, καθώς ακόμα ένα σημαντικό στέλεχος αποχωρεί. Συγκεκριμένα, ο μοναδικός γιατρός του ΕΚΑΒ Χανίων Κωνσταντίνος Λάμπρης παραιτήθηκε, φέρνοντας και αυτός στην επιφάνεια την σκληρή πραγματικότητα που εδώ και χρόνια υποβόσκει στο ελληνικό σύστημα υγείας: την υπερεξάντληση των επαγγελματιών και τα όρια ενός συστήματος που βασίζεται υπερβολικά στο φιλότιμο.
Μάλιστα, όπως και η παιδίατρος από τη Σάμο, έτσι και ο κ. Λάμπρης, περιγράφει με ειλικρίνεια και έντονη συναισθηματική φόρτιση την καθημερινότητα ενός ανθρώπου που βρέθηκε να σηκώνει μόνος του ένα τεράστιο βάρος ευθύνης. Αεροδιακομιδές, διασωληνωμένοι ασθενείς, συνεχόμενες εφημερίες, σωματική καταπόνηση και ψυχολογική πίεση συνθέτουν μια εικόνα που απέχει πολύ από την ιδανική λειτουργία του ΕΣΥ.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά του στην ιδιαιτερότητα των Χανίων. Μια περιοχή με έντονη τουριστική δραστηριότητα, γεωγραφικές προκλήσεις όπως φαράγγια και απομονωμένα σημεία, αλλά και τη Γαύδο, που αυξάνει τις ανάγκες για επείγουσα ιατρική κάλυψη. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ύπαρξη ενός μόνο γιατρού δεν αποτελεί απλώς οργανωτική αδυναμία, αλλά δυνητικό κίνδυνο για την ανθρώπινη ζωή.
Παράλληλα, η επιστολή αναδεικνύει το ζήτημα της επαγγελματικής εξουθένωσης (burnout). Ο ίδιος τονίζει ότι άντεξε τη σωματική κούραση, τα προβλήματα υγείας και τις δύσκολες συνθήκες εργασίας, αλλά έφτασε σε ένα σημείο όπου δεν μπορούσε πλέον να θυσιάζει την προσωπική και οικογενειακή του ζωή. «Δεν έχω υπερδυνάμεις» είναι οι λέξεις που συμπυκνώνουν την εμπειρία του.
Αξιοσημείωτη είναι και η στάση του απέναντι στους συναδέλφους και τη διοίκηση. Αν και εκφράζει πικρία για την κατάσταση, αποφεύγει να αποδώσει αποκλειστικές ευθύνες, επισημαίνοντας την έννοια της ατομικής ευθύνης και καλώντας σε επαναπροσδιορισμό της στάσης απέναντι στον ασθενή. Η επίκληση στον Όρκο του Ιπποκράτη υπογραμμίζει το ηθικό βάρος που συνοδεύει την ιατρική ιδιότητα.
Η αποχώρησή του, ωστόσο, αφήνει ένα κρίσιμο κενό. Το ΕΚΑΒ Χανίων πλέον στερείται γιατρού, γεγονός που δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για την επάρκεια των υπηρεσιών επείγουσας περίθαλψης στην περιοχή. Το ζήτημα δεν είναι μεμονωμένο, αλλά ενδεικτικό μιας ευρύτερης κρίσης στελέχωσης και υποστήριξης στο δημόσιο σύστημα υγείας.
Η συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για ουσιαστικό διάλογο και παρεμβάσεις. Η ενίσχυση των δομών, η δίκαιη κατανομή του φόρτου εργασίας και η μέριμνα για την ψυχική και σωματική υγεία των υγειονομικών δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα.
Τελικά, η παραίτηση αυτή δεν είναι απλώς μια προσωπική απόφαση. Είναι ένα ηχηρό μήνυμα για τα όρια της αντοχής και την ανάγκη για αλλαγή στο ΕΣΥ.








