Παρότι οι ανάγκες των πολιτών αυξάνονται κάθε χρόνο λόγω διάφορων παραγόντων (πχ γήρανση πληθυσμού, κλιματική κρίση κτλ), οι κλίνες στο ΕΣΥ μειώνονται. Αυτό προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Υγείας.
Συγκεκριμένα:
- Το 2024 στις δομές του ΕΣΥ είχαμε 33.786 κλίνες
- To 2025 στις δομές του ΕΣΥ είχαμε 33.677 κλίνες
Πέρα από τη μείωση κατά 109 κρεβάτια μέσα σε μόλις ένα χρόνο, υπάρχει και ένα ακόμα σημαντικό ζήτημα. Οι κλίνες ανά 1.000 κατοίκους στην Ελλάδα είναι περίπου 3,5, την ώρα που ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση (σύμφωνα με τη Eurostat) είναι 5 ανά 1.000 κατοίκους. Επίσης, σύμφωνα με τα διεθνή στάνταρ που έχει ορίσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), η χώρα μας βρίσκεται στο κατώτερο όριο του αποδεκτού εύρους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το ΕΣΥ να πιέζεται, ειδικά σε περιόδους έντονης ροής ασθενών προς τα νοσοκομεία (πχ έξαρση γρίπης).
Επίσης, αν συνυπολογίσει κανείς και το πρόβλημα της υποστελέχωσης που ταλαιπωρεί το ΕΣΥ, το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο, καθώς δημιουργείται ένας επικίνδυνος συνδυασμός: λίγες κλίνες και λίγο προσωπικό.
Τα νοσοκομεία που δέχονται τη μεγαλύτερη πίεση
Αναφορικά με τα νοσοκομεία του ΕΣΥ που έχουν πραγματοποιήσει τις περισσότερες νοσηλείες για το 2025, το Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου (ΠΑΓΝΗ) είναι ο... πρωταθλητής με 88.872 εισαγωγές. Ακολουθεί το ΓΝ Λάρισας με 87.487, ενώ για να βρούμε κάποιο μεγάλο νοσοκομείο της Αττίκης πρέπει να κατεβούμε στην 5η θέση που συναντάμε το -πολύπαθο από ράντζα- «Αττικόν» με 76.666 νοσηλείες.
Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς πως λόγω πληθυσμού τα νοσοκομεία της πρωτεύουσας θα είχαν την πρωτοκαθεδρία. Ωστόσο, το γεγονός ότι στην περιφέρεια τα νοσοκομεία εφημερεύουν σχεδόν καθημερινά (αν όχι κάθε μέρα) έχει τα παραπάνω αποτελέσματα.
Η εικόνα αυτή αναδεικνύει και τις έντονες ανισότητες που εξακολουθούν να υπάρχουν μεταξύ πρωτεύουσας και περιφέρειας. Σε πολλές περιοχές της χώρας, οι πολίτες εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από ένα ή δύο νοσοκομεία, γεγονός που αυξάνει την πίεση στις διαθέσιμες κλίνες και στο ήδη επιβαρυμένο προσωπικό. Παράλληλα, η περιορισμένη ανάπτυξη της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας οδηγεί περισσότερους ασθενείς απευθείας στα νοσοκομεία, ακόμη και για περιστατικά που θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν εκτός αυτών. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που λειτουργεί στα όριά του, με αυξημένο κίνδυνο καθυστερήσεων και υποβάθμισης της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας. Αυτό έχει αποτυπώθει ήδη είτε σε έρευνες που οι πολίτες απαντούν με έντονη δυσαρέσκεια για τις υπηρεσίες που λαμβάνουν, είτε σε τραγικά γεγονότα, όπως τα ράντζα και οι λιποθυμίες γιατρών.








