Ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από δεκαετίες μελετών σχετικά με την επίδραση του χρόνου μπροστά στις οθόνες στην ανάπτυξη των παιδιών. Η έρευνα περιλάμβανε σχεδόν τρία εκατομμύρια παιδιά ηλικίας έως 18 ετών από 64 χώρες, σύμφωνα με τη Sheri Madigan, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κάλγκαρι στον Καναδά και επικεφαλής συγγραφέα της μελέτης.
«Διαπιστώσαμε ότι, συνολικά, ο περισσότερος χρόνος μπροστά στις οθόνες συνδέεται με χειρότερα αποτελέσματα για τα παιδιά σε αρκετούς τομείς της ανάπτυξης, όπως ο τρόπος με τον οποίο σκέφτονται, μαθαίνουν, μιλούν, συμπεριφέρονται και ρυθμίζουν τα συναισθήματά τους», ανέφερε.
Οι συσχετίσεις που εντοπίστηκαν ήταν στην πλειονότητά τους σχετικά μικρές, όπως συμβαίνει και με πολλούς άλλους παράγοντες που επηρεάζουν την ανάπτυξη των παιδιών. Ωστόσο, όπως εξηγεί η Madigan, το γεγονός ότι η επίδραση είναι μικρή δεν σημαίνει ότι είναι και ασήμαντη, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια έκθεση τόσο διαδεδομένη στη ζωή των παιδιών όσο η χρήση οθονών.
Μάλιστα, οι πιο πρόσφατες μελέτες φαίνεται να παρουσιάζουν ισχυρότερη σύνδεση μεταξύ του χρόνου στις οθόνες και της ανάπτυξης των παιδιών σε σύγκριση με παλαιότερες έρευνες.
Έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούνται οι οθόνες
Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι έχει αλλάξει σημαντικά ο τρόπος με τον οποίο τα παιδιά χρησιμοποιούν την τεχνολογία.
«Πριν από 20 χρόνια, ένα παιδί μπορεί να περνούσε μία ώρα παρακολουθώντας ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα. Σήμερα, οι συσκευές βρίσκονται παντού, τις έχουμε στα χέρια μας και είναι διαδραστικές, ελκυστικές και προσαρμοσμένες στις ανάγκες κάθε χρήστη», σημείωσε η Madigan.
Όπως υπογραμμίζει, χρειάζεται να κατανοήσουμε καλύτερα όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά αλληλεπιδρούν με την τεχνολογία, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η τεχνολογία επηρεάζει τα παιδιά.
Δεν είναι όλες οι οθόνες «κακές»
Παρά τα ευρήματα, οι γονείς δεν θα πρέπει να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι οι οθόνες είναι από μόνες τους επιβλαβείς για τα παιδιά. Αυτό που έχει σημασία είναι ο τρόπος και ο χρόνος χρήσης τους.
Η τεχνολογία αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας των παιδιών και οι ψηφιακές εφαρμογές μπορούν να λειτουργήσουν ως σημαντικά εργαλεία για τη μάθηση, τη δημιουργικότητα και την επικοινωνία. Ωστόσο, η υπερβολική χρήση τους μπορεί να περιορίσει δραστηριότητες που είναι απαραίτητες για την υγιή ανάπτυξη των παιδιών, όπως ο επαρκής ύπνος, η σωματική δραστηριότητα, η ανθρώπινη επαφή, η μάθηση και το παιχνίδι.
Αντί, λοιπόν, να προσπαθήσετε να απομακρύνετε εντελώς τις συσκευές από την καθημερινότητα των παιδιών, μπορείτε να ξεκινήσετε εντοπίζοντας τις στιγμές κατά τις οποίες η χρήση τους παρεμβαίνει στις βασικές τους ανάγκες.
Μια απλή αρχή για πολλές οικογένειες μπορεί να είναι, για παράδειγμα, τα γεύματα χωρίς κινητά και άλλες συσκευές ή η καθιέρωση μιας συγκεκριμένης ώρας μέσα στην ημέρα κατά την οποία όλοι αφήνουν τις οθόνες στην άκρη και αφιερώνουν χρόνο ο ένας στον άλλο.
Και οι κυβερνήσεις έχουν ρόλο
Η διαχείριση του χρόνου που περνούν τα παιδιά μπροστά στις οθόνες δεν θα πρέπει να αποτελεί αποκλειστικά ευθύνη των γονέων, σύμφωνα με τη Madigan.
Όπως επισημαίνει, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αντιμετωπίζουν τη χρήση οθονών από τα παιδιά όπως και άλλους παράγοντες που συνδέονται με την ευημερία τους. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει την παροχή σαφών οδηγιών προς τις οικογένειες, την ενημέρωση, την ενίσχυση της έρευνας και τη λήψη μέτρων για την προστασία των παιδιών από διαδικτυακούς κινδύνους.
Μια τέτοια προσέγγιση στέλνει, παράλληλα, ένα σαφές μήνυμα προς τους γονείς, τα σχολεία και τις εταιρείες τεχνολογίας ότι ο τρόπος με τον οποίο τα παιδιά χρησιμοποιούν τις οθόνες είναι ένα ζήτημα που χρειάζεται προσοχή.
Οι ερευνητές σκοπεύουν τώρα να εξετάσουν ποια παιδιά επηρεάζονται περισσότερο από διαφορετικές μορφές ψηφιακής χρήσης και για ποιους λόγους.
Η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι οι οθόνες προκαλούν τα προβλήματα
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι τα ευρήματα δείχνουν συσχέτιση και όχι σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Επομένως, δεν μπορούν να αποδείξουν ότι η χρήση οθονών προκαλεί τις αναπτυξιακές δυσκολίες που παρατηρούνται.
Είναι πιθανό ο αυξημένος χρόνος μπροστά στις οθόνες να συμβάλλει σε ορισμένες δυσκολίες, είναι όμως εξίσου πιθανό παιδιά που ήδη αντιμετωπίζουν προβλήματα να στρέφονται περισσότερο στις οθόνες.
Η κατανόηση της κατεύθυνσης αυτής της σχέσης αποτελεί, επομένως, σημαντικό πεδίο για μελλοντική έρευνα.
Η Tatiana Íñiguez Berrozpe, αναπληρώτρια καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Σαραγόσα στην Ισπανία, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη, χαρακτήρισε την έρευνα «μεθοδολογικά πολύ ισχυρή», επισημαίνοντας παράλληλα το εξαιρετικά μεγάλο μέγεθος του δείγματος. Σύμφωνα με την ίδια, τα βασικά ευρήματα επιβεβαιώνουν όσα δείχνει η έρευνα εδώ και χρόνια: υπάρχει πράγματι σύνδεση μεταξύ του χρόνου μπροστά στις οθόνες και δυσμενέστερων δεικτών ψυχικής υγείας και ακαδημαϊκής επίδοσης, όμως η σχέση αυτή είναι πολύ μικρή.
Η Esther van Sluijs, καθηγήτρια Επιδημιολογίας της Συμπεριφοράς στο Πανεπιστήμιο του Loughborough στο Ηνωμένο Βασίλειο, χαρακτήρισε επίσης τη μελέτη υψηλής ποιότητας, σημειώνοντας ωστόσο ορισμένους περιορισμούς.
Όπως εξήγησε, τα διαθέσιμα δεδομένα δεν ήταν επαρκή ώστε οι ερευνητές να καταλήξουν σε ασφαλή συμπεράσματα για συγκεκριμένες μορφές χρήσης, όπως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή τα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Για τον λόγο αυτό, χρειάζεται προσοχή όταν τα ευρήματα ερμηνεύονται με βάση τις σημερινές συνήθειες των παιδιών και των εφήβων.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Pediatrics.








