Σύμφωνα με νέα μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό npj Mental Health Research, η καθημερινή χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης φαίνεται να προβλέπει καλύτερα την κατάθλιψη από πολλούς άλλους συνηθισμένους παράγοντες, όπως είναι το επάγγελμα, το μορφωτικό επίπεδο ή ο χρόνος που αφιερώνει κάποιος σε άλλες δραστηριότητες (π.χ.: τα βιντεοπαιχνίδια, η περιήγηση στο διαδίκτυο και η παρακολούθηση τηλεόρασης).
Συγκεκριμένα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η σύνδεση με την κατάθλιψη που ανέφεραν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες άρχιζε να εμφανίζεται μετά τις 2,5 ώρες καθημερινής περιήγησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ειδικότερα, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι και το Πανεπιστήμιο Northwestern ανέλυσαν δεδομένα 11 ετών από την ετήσια μελέτη Media Behaviors and Influence Study, ξεκινώντας από το 2014. Διαπίστωσαν ότι η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ήταν ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που συνδέονταν με την κατάθλιψη που δήλωναν οι συμμετέχοντες.
«Σε ό,τι αφορά την κατάθλιψη και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η σύνδεση επιβεβαιώθηκε ξανά και ξανά στους επιστημονικούς ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν αυτά τα 11 χρόνια», τόνισε ο Hans Breiter, εκ των συγγραφέων της μελέτης και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι.
«Η εικόνα είναι ιδιαίτερα επιβαρυντική. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βλάπτουν τους ανθρώπους σε όλα τα στάδια της ζωής. Δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε ένα προϊόν που αξιοποιεί τις γνώσεις γύρω από τον εθισμό για να μας κρατά όσο το δυνατόν περισσότερο μπροστά στην οθόνη».
Πώς έγινε η ανάλυση
Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Σινσινάτι συνεργάστηκαν με τον Martin Block, εκ των επικεφαλής συγγραφέων της μελέτης και ομότιμο καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Northwestern. Πολλές μελέτες έχουν καταγράψει σύνδεση ανάμεσα στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και σε αρνητικές επιπτώσεις, όπως τα προβλήματα ψυχικής υγείας και κυρίως η κατάθλιψη. Εντούτοις, καμία δεν είχε χρησιμοποιήσει τεχνητή νοημοσύνη για να δείξει ότι αυτή η σχέση παραμένει σταθερή και στους ενήλικες.
Οι ερευνητές εξέτασαν 183.300 ανώνυμα ερωτηματολόγια ενηλίκων ηλικίας 18 έως 70 ετών από τη μελέτη Media Behaviors and Influence Study. Το ερωτηματολόγιο περιλαμβάνει 1.318 ερωτήσεις για διαφορετικά θέματα και αξιολογεί την υγεία των συμμετεχόντων με βάση 31 δείκτες, μεταξύ των οποίων και η κατάθλιψη που αναφέρουν οι ίδιοι.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ένα μοντέλο μηχανικής μάθησης, το οποίο αξιολογήθηκε με ειδικά εργαλεία ώστε να διασφαλιστούν η ακρίβεια και η σωστή βαθμονόμησή του. Με τη βοήθεια αυτού του μοντέλου, διαπίστωσαν ότι όσο αυξανόταν η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης τόσο ενισχυόταν και η σύνδεση με την κατάθλιψη.
«Μεγάλο μέρος των ερευνών που έχουν δημοσιευτεί επικεντρώνεται σε νεότερες ηλικίες, σε ένα μόνο σύνολο δεδομένων ή στον συνολικό χρόνο μπροστά σε οθόνες. Χρειαζόμαστε μελέτες που θα εξετάζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ξεχωριστά από τις άλλες ψηφιακές δραστηριότητες και θα διερευνούν αν οι ίδιες συνδέσεις εμφανίζονται σε διαφορετικούς πληθυσμούς και σε διαφορετικές χρονικές περιόδους», επισήμανε ο Vikram Suresh, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης και ερευνητικός συνεργάτης στο Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι.
Το ίδιο χρονικό όριο εμφανίστηκε σε όλα τα έτη
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η κατάθλιψη που ανέφεραν οι συμμετέχοντες συνδεόταν με την καθημερινή χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για τουλάχιστον 150 λεπτά. Το ίδιο αποτέλεσμα εμφανίστηκε και στα 11 έτη που εξετάστηκαν.
«Η ψυχική υγεία και η ευτυχία βασίζονται στην ενεργή επαφή με τον κόσμο και στην ύπαρξη σκοπού στη ζωή, όχι στην παθητική παρακολούθηση περιεχομένου επί ώρες», είπε ο Breiter.
Ο Johnathan Avant, διδακτορικός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι και εκ των συγγραφέων της μελέτης, πρόσθεσε ότι εδώ και χρόνια υπήρχαν υποψίες πως η υπερβολική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης θα μπορούσε να βλάψει την υγεία.
«Μπορείτε να δείτε αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις οποίες οι ίδιοι οι χρήστες μιλούν για τις επιπτώσεις που έχουν στην ψυχική τους υγεία», υπογράμμισε ο Avant.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι στη διάρκεια των 11 ετών η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης γινόταν ολοένα και ισχυρότερος δείκτης κατάθλιψης, ξεπερνώντας πολλούς άλλους παράγοντες, όπως η παρακολούθηση τηλεόρασης και η περιήγηση στο διαδίκτυο.
Από τρόπος επικοινωνίας σε καθημερινή συνήθεια
Η Nicole Vike, ανώτερη ερευνητική συνεργάτιδα στο Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι και εκ των συγγραφέων της μελέτης, διαπίστωσε ότι ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούνται τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει αλλάξει με την πάροδο των ετών.
«Στην αρχή, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήταν ένας τρόπος να επικοινωνείτε με ανθρώπους που γνωρίζατε», δήλωσε η Vike.
Πλέον, οι χρήστες παρακολουθούν συνήθως περιεχόμενο που δημιουργούν άγνωστοι, πρόσθεσε.
«Είναι απίστευτο πόσο εθιστικά μπορούν να γίνουν. Αρκεί να δείτε τους δημιουργούς περιεχομένου που βρίσκονται διαρκώς συνδεδεμένοι», εξήγησε η Vike. «Συχνά αναγκάζονται να απέχουν από το διαδίκτυο για μήνες, προκειμένου να προστατεύσουν την ψυχική τους υγεία».
Αν και ο συγκεκριμένος κλάδος, η αξία του οποίου φτάνει τα 300 δισ. δολάρια, έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας, υπάρχουν τρόποι να περιορίσετε τον χρόνο που περνάτε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σύμφωνα με τη Sumra Bari, ανώτερη ερευνητική συνεργάτιδα στο Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι και εκ των συγγραφέων της μελέτης. Μπορείτε, για παράδειγμα, να ορίζετε χρονικά όρια, να απενεργοποιείτε τις ειδοποιήσεις και να αποσυνδέεστε εντελώς από τους λογαριασμούς σας μετά από κάθε χρήση. Με αυτόν τον τρόπο γίνεται πιο δύσκολο να αρχίσετε ξανά την περιήγηση από συνήθεια.
Ωστόσο, το να σταματήσει κάποιος εντελώς τη χρήση τους μπορεί να μην είναι ρεαλιστικό.
«Υπάρχει μεγάλη κοινωνική πίεση να παραμένετε συνδεδεμένοι και να έχετε παρουσία στο διαδίκτυο. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να γνωρίζετε τους κινδύνους όσο το δυνατόν νωρίτερα», ανέφερε.
Ο Block επισήμανε: «Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής μας, όπως ήταν το αυτοκίνητο πριν από περισσότερο από έναν αιώνα. Όμως, έχουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις λόγω της σύνδεσής τους με την κατάθλιψη, όπως ακριβώς το αυτοκίνητο συνδέεται με τους τραυματισμούς από τροχαία ατυχήματα και τη ρύπανση».
Ο Breiter συμπλήρωσε ότι τα ευρήματα δείχνουν πως είναι προς όφελος της κοινωνίας να βρεθούν τρόποι περιορισμού της βλάβης που προκαλεί η σημερινή κουλτούρα της διαρκούς σύνδεσης στο διαδίκτυο.
«Αυτό είναι ένα ηχηρό προειδοποιητικό μήνυμα», κατέληξε.








