Η υπερβολική συσσώρευση λίπους στο σώμα, που χαρακτηρίζει την παχυσαρκία, αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο μεταβολικών και καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας περιλαμβάνει αλλαγές στη διατροφή και στις καθημερινές συνήθειες, καθώς και περισσότερη σωματική δραστηριότητα. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται επίσης φάρμακα ή εφαρμόζεται βαριατρική χειρουργική. Παράλληλα, η αναζήτηση ασφαλών λύσεων που μπορούν να διατηρήσουν την αποτελεσματικότητά τους σε βάθος χρόνου έχει στρέψει το ερευνητικό ενδιαφέρον σε ουσίες φυτικής προέλευσης. Οι ουσίες αυτές ενδέχεται να επηρεάζουν την απορρόφηση του λίπους, τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός χρησιμοποιεί την ενέργεια, την ανάπτυξη των λιποκυττάρων και τον μεταβολισμό των λιπιδίων.
Μια νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nutrients, εξέτασε κατά πόσο το εκχύλισμα Lythrum salicaria μπορεί να μειώσει με ασφάλεια το σωματικό λίπος σε ενήλικες.
Το Lythrum salicaria L. είναι ένα πολυετές φυτό που περιέχει βιοδραστικούς πολυσακχαρίτες και πολυφαινόλες. Σε προκλινικές μελέτες έχει φανεί ότι περιορίζει τον σχηματισμό λιποκυττάρων και την αύξηση του βάρους σε πειραματικά μοντέλα με διατροφή πλούσια σε λιπαρά. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, υπάρχουν περιορισμένα κλινικά δεδομένα για το κατά πόσο μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας όταν χορηγείται μόνο του.
Πώς μελετήθηκε η δράση του φυτικού εκχυλίσματος
Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες, με τη μία να λαμβάνει κάψουλες του φυτικού εκχυλίσματος και η άλλη κάψουλες εικονικού σκευάσματος, με την ίδια ακριβώς εμφάνιση. Στόχος ήταν να διαπιστωθεί αν το εκχύλισμα είχε καλύτερα αποτελέσματα από το εικονικό σκεύασμα.
Το βασικό αποτέλεσμα που εξέτασαν οι ερευνητές ήταν η μεταβολή της μάζας του σωματικού λίπους στις 12 εβδομάδες. Εξέτασαν επίσης το βάρος, την αναλογία της περιμέτρου της μέσης προς την περίμετρο των ισχίων, το ποσοστό σωματικού λίπους και την άλιπη μάζα. Οι αιματολογικές εξετάσεις περιλάμβαναν τα λιπίδια, τα ελεύθερα λιπαρά οξέα, την C-αντιδρώσα πρωτεΐνη υψηλής ευαισθησίας, την αδιπονεκτίνη και τη λεπτίνη.
Μεγαλύτερη απώλεια βάρους στην ομάδα που έλαβε το εκχύλισμα
Έπειτα από 12 εβδομάδες, όσοι λάμβαναν το εκχύλισμα είχαν χάσει κατά μέσο όρο 0,58 κιλά σωματικού λίπους. Αντίθετα, όσοι λάμβαναν το εικονικό σκεύασμα είχαν παρουσιάσει αύξηση κατά 1,43 κιλά λίπους. Αφού ελήφθησαν υπόψη οι αρχικές μετρήσεις, η διαφορά μεταξύ των ομάδων διαμορφώθηκε στα 2,01 κιλά υπέρ του εκχυλίσματος.
Συνολικά, μείωση του σωματικού λίπους καταγράφηκε στο 69% όσων λάμβαναν το εκχύλισμα, έναντι μόλις 2,4% στην ομάδα του εικονικού σκευάσματος.
Οι ερευνητές, πάντως, υπογράμμισαν ότι η απώλεια λίπους στην ομάδα του εκχυλίσματος ήταν μικρή. Αν και τα αποτελέσματα δείχνουν μια πιθανή βραχυπρόθεσμη δράση, παρέμεινε ασαφές γιατί αυξήθηκε το λίπος στην ομάδα του εικονικού σκευάσματος.
Ανάλογη εικόνα καταγράφηκε στο σωματικό βάρος και στο ποσοστό λίπους. Όσοι λάμβαναν το συμπλήρωμα έχασαν κατά μέσο όρο 0,98 κιλά, ενώ όσοι λάμβαναν το εικονικό σκεύασμα πήραν 0,79 κιλά. Οι διαφορές στο βάρος και στο ποσοστό σωματικού λίπους ήταν επίσης στατιστικά σημαντικές. Αντίθετα, δεν υπήρχαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στις αλλαγές της αναλογίας μέσης προς ισχία ή της άλιπης μάζας.
Αύξηση της αδιπονεκτίνης με το φυτικό εκχύλισμα
Στις εξετάσεις αίματος καταγράφηκε αύξηση της αδιπονεκτίνης στην ομάδα του εκχυλίσματος και μείωσή της στην ομάδα του εικονικού σκευάσματος. Πρόκειται για μια ορμόνη που συμμετέχει στη ρύθμιση του μεταβολισμού. Στους περισσότερους άλλους μεταβολικούς και φλεγμονώδεις δείκτες, ωστόσο, δεν υπήρχαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων.
Μια πρόσθετη ανάλυση έδωσε επίσης ενδείξεις μείωσης της λεπτίνης σε όσους λάμβαναν το εκχύλισμα. Η λεπτίνη είναι μια ορμόνη που συμβάλλει στη ρύθμιση της όρεξης και της ενεργειακής ισορροπίας.
Οι αλλαγές στη διατροφή και στη σωματική δραστηριότητα ήταν παρόμοιες στις δύο ομάδες. Επομένως, οι διαφορές στη σύσταση του σώματος δεν φαίνεται να εξηγούνται από τις αλλαγές που καταγράφηκαν σε αυτές τις συνήθειες. Εντούτοις, τα στοιχεία βασίζονταν στις αναφορές των ίδιων των συμμετεχόντων. Όπως αναγνώρισαν οι ερευνητές, αυτό δεν αποκλείει άλλες αλλαγές στον τρόπο ζωής που δεν αποτυπώθηκαν στις μετρήσεις.
Στις 12 εβδομάδες της μελέτης, το εκχύλισμα ήταν γενικά καλά ανεκτό. Καταγράφηκαν συνολικά επτά ήπια ανεπιθύμητα συμβάντα σε έξι συμμετέχοντες από τις δύο ομάδες. Κανένα δεν θεωρήθηκε ότι συνδεόταν με τα σκευάσματα που χορηγήθηκαν.
Παραμένουν ακόμη δύο βασικά ερωτήματα: γιατί αυξήθηκε απροσδόκητα το σωματικό λίπος στην ομάδα του εικονικού σκευάσματος και αν η απώλεια λίπους στην ομάδα του εκχυλίσματος θα διατηρούνταν μετά τις 12 εβδομάδες.
Για να δοθούν απαντήσεις, χρειάζονται μεγαλύτερες μελέτες, σε περισσότερα κέντρα και με μεγαλύτερη διάρκεια παρακολούθησης. Αυτές θα πρέπει να επιβεβαιώσουν την αποτελεσματικότητα, να προσδιορίσουν την καταλληλότερη δόση και να εξετάσουν τη μακροχρόνια ασφάλεια. Θα χρειαστεί επίσης να διερευνηθεί πώς ακριβώς δρα το εκχύλισμα και κατά πόσο τα ευρήματα ισχύουν για ευρύτερες ομάδες πληθυσμού.








