Είναι γνωστό ότι περίπου από την ηλικία των 35 ετών, τα επίπεδα αυτής της τεστοστερόνης στο αίμα των ανδρών συνήθως αρχίζουν να μειώνονται. Όμως, η μείωση αυτή είναι πολύ αργή και είναι πιθανό να μην οφείλεται για την κατακόρυφη πτώση που παρατηρείται σε αρκετούς άνδρες.
Ειδικότερα, σύμφωνα με μια νέα ανάλυση που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of the Endocrine Society, το σπλαχνικό λίπος, δηλαδή το λίπος που βρίσκεται βαθιά στην κοιλιά, μπορεί να αποτελεί τον μεταβολικό παράγοντα που συνδέεται πιο άμεσα με τη μείωση της τεστοστερόνης.
Αυτός ο τύπος λιπώδους ιστού μπορεί να περιβάλλει ζωτικά όργανα, όπως το συκώτι, το στομάχι και το έντερο. Παράλληλα, διαθέτει πολλούς υποδοχείς τεστοστερόνης, γεγονός που τον καθιστά ιδιαίτερα ευαίσθητο στην ορμόνη που κυκλοφορεί στο αίμα.
Από την ανάλυση δεδομένων υγείας σχεδόν 5.000 ανδρών στις ΗΠΑ, ηλικίας 20 έως 59 ετών, προέκυψε ότι η παρουσία σπλαχνικού λίπους συνδεόταν στενά με τη μείωση των επιπέδων τεστοστερόνης.
Μάλιστα, σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, το λίπος κοιλιάς φάνηκε να επηρεάζει τις συγκεντρώσεις τεστοστερόνης πολύ περισσότερο από την ηλικία.
Όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη την κατανομή του λίπους στο σώμα, διαπίστωσαν ότι η ηλικία είχε μόνο περιορισμένη σχέση με τα επίπεδα τεστοστερόνης στο ηλικιακό εύρος που εξετάστηκε.
Οι δύο συγγραφείς της ανασκόπησης, οι ερευνητές φυσιολόγοι Karl Friedl και Adam Potter από το Ερευνητικό Ινστιτούτο Περιβαλλοντικής Ιατρικής του αμερικανικού στρατού, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το λίπος κοιλιάς θα πρέπει να θεωρείται «ο βασικός δείκτης συσσώρευσης λίπους που συνδέεται με τα χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης στους άνδρες που έχουν παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια».
Προηγούμενες έρευνες διαπίστωσαν επίσης ότι στους μεσήλικες άνδρες, οι δείκτες που σχετίζονται με το λίπος επηρεάζουν τα επίπεδα τεστοστερόνης περισσότερο από την ηλικία.
Για παράδειγμα, μια μελέτη του 2007 σε 1.667 άνδρες διαπίστωσε ότι η αύξηση του δείκτη μάζας σώματος κατά 4 έως 5 μονάδες συνδεόταν με μείωση της τεστοστερόνης αντίστοιχη με εκείνη που προκαλούν περίπου 10 χρόνια γήρανσης.
Τα αποτελέσματα αυτά συμφωνούν σε γενικές γραμμές και με άλλη έρευνα του 2013, στο πλαίσιο της οποίας παρακολουθήθηκαν 1.382 άνδρες για 5 χρόνια.
Οι συγγραφείς της μελέτης κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η μείωση των επιπέδων τεστοστερόνης που σχετίζεται με την ηλικία «δεν είναι αναπόφευκτη», αλλά εξηγείται από το κάπνισμα και την κατάσταση της υγείας, ιδιαίτερα από την παχυσαρκία και την κατάθλιψη.
Ωστόσο, η χρήση του βάρους για την αξιολόγηση της παχυσαρκίας έχει και αυτή μειονεκτήματα.
Σήμερα, ο δείκτης μάζας σώματος (αναλογία ύψους/βάρους) και η περίμετρος της μέσης παραμένουν οι πιο συνηθισμένοι τρόποι αξιολόγησης του υπερβολικού σωματικού βάρους, αλλά δεν αποτελούν απαραίτητα τους καλύτερους δείκτες καρδιομεταβολικής υγείας.
Παρότι η παχυσαρκία συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με χαμηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης, άνδρες με παρόμοιο δείκτη μάζα σώματος και παρόμοια περίμετρο μέσης μπορεί να έχουν σημαντικά διαφορετικά επίπεδα αυτής της ορμόνης.
Είναι πιθανό, για παράδειγμα, ένας νεαρός άνδρας με βάρος εντός των φυσιολογικών ορίων να έχει υψηλό ποσοστό σπλαχνικού λίπους που δεν είναι ορατό, το οποίο μπορεί να επηρεάζει τα επίπεδα τεστοστερόνης του.
Αντίθετα, ένας μεγαλύτερος σε ηλικία άνδρας με μυώδες σώμα και λιγότερο λίπος στην περιοχή της κοιλιάς θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι διατρέχει αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσει προβλήματα με την τεστοστερόνη μόνο λόγω της ηλικίας και του βάρους του.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα επίπεδα του σπλαχνικού λίπους μπορεί να έχουν μεγαλύτερη σημασία.
Δεν είναι σαφές γιατί η παραγωγή τεστοστερόνης συνδέεται τόσο στενά με το κοιλιακό λίπος, αλλά οι ερευνητές έχουν διατυπώσει ορισμένες πιθανές εξηγήσεις.
Το λίπος που βρίσκεται βαθιά στην κοιλιά μπορεί να συμβάλει στην εμφάνιση αντίστασης στην ινσουλίνη. Αυτό, με τη σειρά του, μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ορισμένα κύτταρα στους όρχεις μετατρέπουν τη χοληστερίνη σε τεστοστερόνη.
Το λίπος κοιλιάς μπορεί επιπλέον να ενεργοποιήσει μηχανισμούς φλεγμονής που ενδέχεται να διαταράξουν την ορμονική σηματοδότηση του οργανισμού και να αυξήσουν τη μετατροπή της τεστοστερόνης σε οιστραδιόλη.
«Οι ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες αναγνωρίζουν σωστά την παχυσαρκία ως παράγοντα κινδύνου για χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης. Εντούτοις, τα ευρήματά μας δείχνουν ότι η κατανομή του λίπους στο σώμα, ιδιαίτερα η συσσώρευση σπλαχνικού λίπους, μπορεί να προσφέρει πρόσθετες πληροφορίες πέρα από τη συνολική μάζα σώματος», εξήγησαν οι Friedl και Potter.
Αυτό σημαίνει ότι οι παρεμβάσεις που μειώνουν το κοιλιακό λίπος, συμπεριλαμβανομένων φαρμάκων όπως το Ozempic και το Wegovy, μπορεί να αντιμετωπίζουν πιο άμεσα το πρόβλημα της χαμηλής τεστοστερόνης από ό,τι η θεραπεία υποκατάστασης τεστοστερόνης όταν χρησιμοποιείται μόνη της.
«Οι παρατηρήσεις αυτές υπογραμμίζουν τη σημασία της αξιολόγησης του τρόπου με τον οποίο κατανέμεται το λίπος στο σώμα, καθώς και της εξέτασης αναστρέψιμων μεταβολικών παραγόντων πριν από την έναρξη θεραπείας με τεστοστερόνη», κατέληξαν οι συγγραφείς της μελέτης.








