Η σχέση ανάμεσα στο μονοξείδιο του άνθρακα και τη νόσο Πάρκινσον ενδέχεται να εξηγεί γιατί οι καπνιστές έχουν χαμηλότερο κίνδυνο να εμφανίσουν τη νόσο, σύμφωνα με διεθνή έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Neurology.
Η ερευνητική ομάδα παρακολούθησε για 12 χρόνια την υγεία 512.701 ενηλίκων στην Κίνα, μεταξύ των οποίων 1.131 άτομα με νόσο Πάρκινσον και 2.949 με άλλες νευροεκφυλιστικές παθήσεις. Οι ερευνητές εξέτασαν την επίδραση του καπνίσματος με βάση τη συχνότητα καπνίσματος που δήλωσαν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες, καθώς και μετρήσεις του μονοξειδίου του άνθρακα στην αναπνοή, το οποίο συνήθως αποτελεί ένδειξη καπνίσματος.
Οι ερευνητές ανέφεραν ότι τόσο το ιστορικό καπνίσματος όσο και τα επίπεδα μονοξειδίου του άνθρακα στον εκπνεόμενο αέρα συνδέθηκαν με χαμηλότερο κίνδυνο νόσου Πάρκινσον. Αν και οι καπνιστές είχαν γενικά υψηλότερα επίπεδα μονοξειδίου του άνθρακα στην αναπνοή τους, χαμηλότερο κίνδυνο νόσου Πάρκινσον είχαν και οι μη καπνιστές με υψηλά επίπεδα μονοξειδίου του άνθρακα. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι το μονοξείδιο του άνθρακα ενδέχεται να δρα προστατευτικά απέναντι στη νόσο, ανεξάρτητα από το κάπνισμα.
Η Andrea Bugarcic, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο National Center for Naturopathic Medicine του Southern Cross University, δήλωσε σχετικά: «Η μελέτη αυτή δείχνει πόσο σημαντικά είναι τα δεδομένα που συλλέγονται από τους ασθενείς σε βάθος χρόνου. Με τη χρήση παρατηρητικής μεθοδολογίας, εξέτασε τον κίνδυνο εμφάνισης νευροεκφυλιστικών παθήσεων σε ένα μεγάλο δείγμα, το οποίο όμως προερχόταν από συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Συνδυάζοντας όσα αναφέρουν οι ασθενείς για τη ζωή τους, όπως το κάπνισμα και το περιβάλλον στο οποίο ζουν, με μετρήσεις που μπορούμε να κάνουμε ως επιστήμονες, όπως τα επίπεδα μονοξειδίου του άνθρακα στον εκπνεόμενο αέρα, η μελέτη συνδέει τα υψηλότερα επίπεδα εκπνεόμενου μονοξειδίου του άνθρακα με χαμηλότερο κίνδυνο νόσου Πάρκινσον, αλλά όχι με άλλες μορφές άνοιας.
«Παρότι τα αυξημένα επίπεδα μονοξειδίου του άνθρακα στον εκπνεόμενο αέρα συνδέονται με το κάπνισμα, η συγκεκριμένη μελέτη επισημαίνει επίσης ότι ο κίνδυνος είναι ίδιος στους καπνιστές και στους μη καπνιστές. Συνολικά, η μελέτη δεν υποδεικνύει μόνο έναν πιθανό μηχανισμό που θα μπορούσε να εξηγήσει την προστατευτική επίδραση του καπνίσματος απέναντι στον κίνδυνο νόσου Πάρκινσον, η οποία είχε παρατηρηθεί και στο παρελθόν. Υπενθυμίζει επίσης ότι η έκθεση στο μονοξείδιο του άνθρακα αποτελεί ένα ευρύτερο περιβαλλοντικό ζήτημα.
«Παρά τα αμφιλεγόμενα ευρήματα και τους περιορισμούς της μελέτης, θεωρώ ότι οι ερευνητές, ανεξάρτητα από τη μεθοδολογική προσέγγιση που ακολουθούν, θα πρέπει να εξετάσουν το ερώτημα που αυτή θέτει: γιατί και με ποιον τρόπο η εκπνοή μεγαλύτερων ποσοτήτων μονοξειδίου του άνθρακα συνδέεται ειδικά με χαμηλότερο κίνδυνο νόσου Πάρκινσον. Ως επιστήμονας, η δική μου συμβολή θα ήταν να διερευνήσω αυτούς τους μοριακούς μηχανισμούς μέσω μιας προσέγγισης ιατρικής ακριβείας, η οποία στη συνέχεια θα μπορούσε να οδηγήσει σε μελέτες σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών. Εκεί ακριβώς έγκειται η αξία μελετών όπως αυτή. Δίνουν φωνή στους ασθενείς και κινητοποιούν όλα τα εργαλεία που έχει στη διάθεσή της η επιστήμη, από την κατανόηση των αιτιών μέχρι τη διασφάλιση μιας καλά τεκμηριωμένης προσέγγισης στην ανάπτυξη θεραπειών».
Σε κάθε περίπτωση, τα παραπάνω ευρήματα δεν σημαίνουν ότι το κάπνισμα αποτελεί τρόπο πρόληψης της νόσου Πάρκινσον ούτε ότι κάποιος θα πρέπει να ξεκινήσει να καπνίζει. Το κάπνισμα συνδέεται με σοβαρούς κινδύνους για την υγεία και η συγκεκριμένη μελέτη εξετάζει έναν πιθανό βιολογικό μηχανισμό πίσω από μια ήδη γνωστή συσχέτιση








