Πολλοί καπνιστές δεν εμφανίζουν ποτέ καρκίνο του πνεύμονα, ενώ ορισμένοι άνθρωποι που δεν κάπνισαν ποτέ στη ζωή τους νοσούν από τη συγκεκριμένη μορφή καρκίνου. Αντίστοιχα, δεν αναπτύσσουν καρκίνο του δέρματος όλοι όσοι εκτίθενται στον ήλιο.
Μια νέα μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature, θα μπορούσε να βοηθήσει στην εξήγηση ενός ερωτήματος που απασχολεί εδώ και χρόνια τους επιστήμονες: γιατί άνθρωποι που εκτίθενται σε παρόμοιους περιβαλλοντικούς παράγοντες κινδύνου μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετική έκβαση.
«Η μελέτη αυτή μας δίνει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ένδειξη ότι τα γονίδια που κληρονομούμε μπορεί να επηρεάζουν σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται ο καρκίνος μετά την πρόκληση βλάβης στο DNA», ανέφερε σε δελτίο Τύπου ο Sam Godfrey, επικεφαλής ενημέρωσης για την έρευνα στον οργανισμό Cancer Research UK.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ακόμη και σχετικά μικρές κληρονομικές γενετικές διαφορές μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται οι όγκοι μετά την έκθεση στον ίδιο παράγοντα που προκαλεί καρκινογόνες βλάβες στο DNA.
Όπως επισήμαναν, τα ευρήματα δείχνουν ότι οι μελλοντικές στρατηγικές πρόληψης και προσυμπτωματικού ελέγχου του καρκίνου θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τόσο το γενετικό υπόβαθρο κάθε ατόμου όσο και τη γενετική ποικιλομορφία μεταξύ διαφορετικών πληθυσμών.
Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι τα γονίδια που κληρονομεί ένα άτομο συμβάλλουν στο ποιες μεταλλάξεις τελικά επικρατούν, στο πώς αναπτύσσονται οι όγκοι και, ενδεχομένως, στο πώς ανταποκρίνονται στη θεραπεία.
«Καταφέραμε να δείξουμε για πρώτη φορά σε ποιον βαθμό το γενετικό υπόβαθρο επηρεάζει τόσο τις διαδικασίες που οδηγούν σε μεταλλάξεις όσο και τους μηχανισμούς που καταλήγουν στην ανάπτυξη όγκων», ανέφερε ο Duncan Odom, ο οποίος ηγήθηκε της έρευνας όταν εργαζόταν στο CRUK Cambridge Institute και πλέον βρίσκεται στο Γερμανικό Κέντρο Έρευνας για τον Καρκίνο στη Χαϊδελβέργη της Γερμανίας.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν 4 γενετικά διαφορετικά στελέχη ποντικών, τα οποία παρουσίαζαν βαθμό γενετικής ποικιλομορφίας παρόμοιο με εκείνον που παρατηρείται στους ανθρώπους.
Στη συνέχεια, εξέθεσαν τα ποντίκια σε ίδιες δόσεις διαιθυλονιτροζαμίνης, μιας γνωστής καρκινογόνου ουσίας για το συκώτι. Η ουσία αυτή εντοπίζεται στον καπνό του τσιγάρου και σε ορισμένα επεξεργασμένα τρόφιμα και είναι γνωστό ότι προκαλεί βλάβες στο DNA των κυττάρων του συκωτιού. Οι βλάβες αυτές μπορούν να οδηγήσουν σε μεταλλάξεις που πυροδοτούν την ανάπτυξη όγκων.
Αν και όλα τα ζώα εκτέθηκαν στην ίδια δόση της καρκινογόνου ουσίας, στην ίδια ηλικία, δηλαδή στις 15 ημέρες, και υπό ελεγχόμενες συνθήκες, οι όγκοι τους αναπτύχθηκαν και εξελίχθηκαν με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με το γενετικό τους υπόβαθρο.
Οι επιστήμονες ανέλυσαν σχεδόν 600 όγκους, προκειμένου να καταγράψουν τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε ο καρκίνος σε κάθε περίπτωση.
Παρότι πολλοί από τους όγκους ενεργοποίησαν τελικά τις ίδιες βιολογικές διεργασίες που ευνοούν την ανάπτυξη του καρκίνου, αυτό συνέβη μέσω διαφορετικών μεταλλάξεων και γενετικών αλλαγών.
Το γεγονός αυτό δείχνει ότι το κληρονομικό DNA δεν επηρεάζει μόνο τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου, αλλά και την πορεία που ακολουθεί ο όγκος από τη στιγμή που αρχίζει να σχηματίζεται.
Η ανάγκη για εξατομικευμένη φροντίδα
Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα ευρήματα θα μπορούσαν να επηρεάσουν τόσο τον προσυμπτωματικό έλεγχο του καρκίνου όσο και την ιατρική ακριβείας.
«Εάν το γενετικό υπόβαθρο επηρεάζει τόσο τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου όσο και την πορεία εξέλιξης των όγκων, τότε οι μελλοντικές στρατηγικές πρόληψης και προσυμπτωματικού ελέγχου θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα γονίδια που κληρονομεί κάθε άτομο και τη γενετική ποικιλομορφία μεταξύ των πληθυσμών», ανέφερε η Sarah Aitken, εκ των συγγραφέων της μελέτης και επίκουρη καθηγήτρια στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Yale, η οποία συμμετείχε στην έρευνα κατά τη διάρκεια της εργασίας της στο CRUK Cambridge Institute.
Οι ερευνητές εκτίμησαν επίσης ότι το γενετικό υπόβαθρο μπορεί να επηρεάζει την ανταπόκριση σε θεραπείες που δρουν προκαλώντας βλάβες στο DNA των καρκινικών κυττάρων, όπως ορισμένες μορφές χημειοθεραπείας και ακτινοθεραπείας.
«Η ανταπόκριση των ασθενών στα αντικαρκινικά φάρμακα είναι πιθανό να διαφέρει ανάλογα με τα γονίδια που έχουν κληρονομήσει. Επομένως, ίσως χρειαστεί να προσαρμόζουμε ανάλογα τις διαγνωστικές μεθόδους και τις θεραπείες», ανέφερε η Aitken.
Εάν τα ευρήματα επιβεβαιωθούν και στους ανθρώπους, θα μπορούσαν να ανοίξουν τον δρόμο για πιο εξατομικευμένες μεθόδους επιλογής θεραπείας και αξιολόγησης του κινδύνου.
«Χρειάζεται ακόμη περισσότερη έρευνα προτού κατανοήσουμε τι σημαίνουν αυτά τα ευρήματα για τους ανθρώπους. Ωστόσο, θα μπορούσαν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την έναρξη του καρκίνου και να οδηγήσουν σε πιο αποτελεσματικούς και ακριβείς τρόπους αντιμετώπισής του», ανέφερε ο Sam Godfrey.








