Μία από τις μεγαλύτερες μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί στην Αυστραλία με δεδομένα από την καθημερινή κλινική πρακτική σε νεότερους ενήλικες με προχωρημένο καρκίνο του παχέος εντέρου αποκάλυψε σημαντικές διαφορές ανάμεσα στους καρκίνους που διαγιγνώσκονται πριν και μετά την ηλικία των 50 ετών. Τα ευρήματα αυτά θα μπορούσαν να βοηθήσουν τους γιατρούς να προσαρμόζουν καλύτερα τη θεραπεία στις ανάγκες των νεότερων ασθενών.
Η νέα μελέτη πραγματοποιήθηκε με επικεφαλής το Πανεπιστήμιο Flinders και το Ιατρικό Κέντρο Flinders και δημοσιεύτηκε στο Medical Journal of Australia. Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 1.691 Αυστραλούς, στους οποίους ο καρκίνος του παχέος εντέρου είχε εξαπλωθεί μόνο στο ήπαρ, και διαπίστωσαν ότι οι νεότεροι ασθενείς διέφεραν από τους μεγαλύτερους ως προς τη βιολογία των όγκων, τα χαρακτηριστικά της νόσου και την επιβίωση.
Το ήπαρ είναι το συχνότερο σημείο στο οποίο εξαπλώνεται ο καρκίνος του παχέος εντέρου. Όταν συμβαίνει αυτό, οι ασθενείς και οι γιατροί τους καλούνται συχνά να πάρουν ιδιαίτερα δύσκολες αποφάσεις για τη θεραπεία. Οι ερευνητές συνέκριναν άτομα που διαγνώστηκαν σε ηλικία έως και 50 ετών με άτομα που διαγνώστηκαν μετά τα 50, ώστε να κατανοήσουν καλύτερα πώς εξελίσσεται η νόσος και ποιοι παράγοντες μπορεί να επηρεάζουν την έκβασή της.
Η Αυστραλία έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά καρκίνου του παχέος εντέρου πρώιμης έναρξης στον κόσμο. Ο αριθμός των νεότερων ενηλίκων που διαγιγνώσκονται αυξάνεται, μάλιστα σε μία από τις πιο απαιτητικές περιόδους της ζωής τους, όταν συχνά προσπαθούν να εξελιχθούν επαγγελματικά, μεγαλώνουν παιδιά και σχεδιάζουν το μέλλον τους.
«Το να κατανοήσουμε γιατί όλο και περισσότεροι νέοι ενήλικες εμφανίζουν καρκίνο του παχέος εντέρου αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τους ερευνητές και τους κλινικούς γιατρούς», τόνισε ο Savio Barreto, σύμβουλος στη Μονάδα Χειρουργικής Ήπατος, Παγκρέατος και Χοληφόρων και Μεταμόσχευσης Ήπατος του Ιατρικού Κέντρου Flinders.
«Υπάρχουν ακόμη πολλά που δεν γνωρίζουμε για τους λόγους για τους οποίους αναπτύσσονται αυτοί οι καρκίνοι και για το πώς διαφέρουν από εκείνους που διαγιγνώσκονται σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Η μελέτη μας βοηθά να αποκτήσουμε σαφέστερη εικόνα για τη νόσο και δείχνει ότι οι όγκοι των νεότερων ασθενών μπορεί να έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη αποφάσεων για τη θεραπεία».
Η μελέτη έδειξε ότι μεταξύ των νεότερων ασθενών υπήρχαν περισσότερες γυναίκες, ενώ ήταν επίσης συχνότεροι οι όγκοι στην αριστερή πλευρά του παχέος εντέρου και οι όγκοι με συγκεκριμένες γονιδιακές μεταλλάξεις. Επιπλέον, μετά την εξάπλωση του καρκίνου στο συκώτι, οι νεότεροι ασθενείς έζησαν συνολικά περισσότερο από τους μεγαλύτερους.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι συγκεκριμένες γονιδιακές μεταλλάξεις, γνωστές ως BRAF και KRAS, συνδέονταν με χειρότερη έκβαση και στις δύο ηλικιακές ομάδες. Το εύρημα αυτό υπογραμμίζει την ολοένα μεγαλύτερη σημασία του γονιδιακού ελέγχου για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο μπορεί να εξελιχθεί ο καρκίνος κάθε ασθενούς.
«Τα ευρήματά μας επιβεβαιώνουν ότι κατά τον σχεδιασμό της θεραπείας δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο η ηλικία του ασθενούς, καθώς κάθε καρκίνος είναι διαφορετικός», επισήμανε ο Barreto. «Όσο καλύτερα κατανοούμε τη βιολογία ενός όγκου, τόσο πιο αποτελεσματικά μπορούμε να προσαρμόσουμε τη θεραπεία και να εντοπίσουμε τις επιλογές που είναι πιθανότερο να ωφελήσουν κάθε ασθενή».
Η έρευνα έδειξε ακόμη ότι οι ασθενείς που υποβλήθηκαν σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση των όγκων από το ήπαρ και στη συνέχεια έλαβαν φαρμακευτική αγωγή είχαν γενικά καλύτερη έκβαση από εκείνους που ακολούθησαν άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις. Ωστόσο, οι ερευνητές διευκρίνισαν ότι η μελέτη δεν μπορεί να αποδείξει πως μια συγκεκριμένη θεραπεία οδήγησε άμεσα σε μεγαλύτερη επιβίωση. Αυτό συμβαίνει επειδή βασίστηκε σε δεδομένα από την καθημερινή κλινική πρακτική και όχι σε κλινική δοκιμή.
«Οι αποφάσεις για τη θεραπεία θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη συνολική κατάσταση της υγείας του ασθενούς, την έκταση του καρκίνου και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του όγκου», ανέφερε ο Barreto. «Η καλύτερη κατανόηση αυτών των διαφορών αποτελεί σημαντικό βήμα για την παροχή πιο εξατομικευμένης φροντίδας και τη βελτίωση της έκβασης για τους ασθενείς και τις οικογένειές τους».
Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα ευρήματα ενισχύουν τις προσπάθειες που γίνονται για να εξηγηθεί η αύξηση των περιστατικών καρκίνου του παχέος εντέρου στους νεότερους ενήλικες και θα μπορούσαν να συμβάλουν στον σχεδιασμό μελλοντικών ερευνών και θεραπευτικών στρατηγικών.








