Η αναλογία των μακροθρεπτικών συστατικών (υδατάνθρακες, πρωτεΐνη, λιπαρά) στη διατροφή φαίνεται να επηρεάζει το πόσο μεγάλα οφέλη μπορούν να αποκομίσουν από την απώλεια βάρους οι ασθενείς, όσον αφορά την καρδιομεταβολική υγεία και συγκεκριμένα τη συσσώρευση λίπους στο συκώτι.
Ειδικότερα, σε νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Cell Metabolism, οι συμμετέχοντες που ακολούθησαν κετογονική δίαιτα με πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες παρουσίασαν μεγαλύτερη μείωση του λίπους στο ήπαρ σε σύγκριση με όσους ακολούθησαν μεσογειακή διατροφή ή διατροφή βασισμένη κυρίως σε φυτικές τροφές, με πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά.
Τα ευρήματα θα μπορούσαν να βοηθήσουν στον σχεδιασμό διατροφικών προγραμμάτων και να δώσουν νέες κατευθύνσεις στη διατροφική έρευνα, με στόχο τη βελτίωση της υγείας μέσα από αλλαγές στη διατροφή, όπως επισημαίνουν οι επιστήμονες. Αυτό αφορά ιδιαίτερα τα άτομα με παχυσαρκία που συνοδεύεται από μεταβολικές διαταραχές. Στη συγκεκριμένη μελέτη, επρόκειτο για άτομα που, εκτός από παχυσαρκία, είχαν προδιαβήτη και ηπατική στεάτωση.
Η παχυσαρκία συνδέεται με μεταβολικές παθήσεις, όπως η αθηρογόνος δυσλιπιδαιμία, ο προδιαβήτης και η στεατωτική νόσος του ήπατος που σχετίζεται με μεταβολική δυσλειτουργία, η οποία χαρακτηρίζεται από τη συσσώρευση λίπους στο συκώτι. Οι παρεμβάσεις που βελτιώνουν την καρδιομεταβολική υγεία αυτών των ατόμων ενδέχεται να περιορίζουν και την επιβάρυνση από τις σχετικές παθήσεις. Πιο συγκεκριμένα, η βελτίωση της ανταπόκρισης των σκελετικών μυών και του ήπατος στην ινσουλίνη ή και η μείωση της αντίστασης στην ορμόνη αυτή μπορούν να συμβάλουν στον περιορισμό των μεταβολικών διαταραχών που συνδέονται με την παχυσαρκία.
Πρόσφατες μελέτες υποδηλώνουν ότι η αναλογία των μακροθρεπτικών συστατικών στη διατροφή μπορεί να επηρεάζει τη μεταβολική υγεία ανεξάρτητα από την απώλεια βάρους. Ωστόσο, σε πολλές προηγούμενες διατροφικές μελέτες δεν ήταν βέβαιο κατά πόσο οι συμμετέχοντες τηρούσαν το διατροφικό πρόγραμμα, ενώ η απώλεια βάρους διέφερε μεταξύ των ομάδων. Έτσι, ήταν δύσκολο να διαπιστωθεί εάν τα μεταβολικά οφέλη οφείλονταν στη σύνθεση της διατροφής ή στην ίδια την απώλεια βάρους.
Πώς έγινε η μελέτη
Στη συγκεκριμένη τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή, οι ερευνητές εξέτασαν κατά πόσο η αναλογία των μακροθρεπτικών συστατικών στη διατροφή επηρεάζει τις αλλαγές στην καρδιομεταβολική υγεία που προκύπτουν με μια μέτρια απώλεια βάρους. Για τον σκοπό αυτό, αξιολόγησαν καρδιομεταβολικούς βιοδείκτες σε άτομα με παχυσαρκία και μεταβολικές διαταραχές, τα οποία έχασαν περίπου το 10% του σωματικού τους βάρους μέσα σε περίπου 5 μήνες. Οι συμμετέχοντες ακολούθησαν είτε κετογονική δίαιτα με περιορισμό των υδατανθράκων, είτε μεσογειακή διατροφή, είτε διατροφή βασισμένη κυρίως σε φυτικές τροφές, με περιορισμό των λιπαρών.
Συνολικά, 55 άτομα κατανεμήθηκαν τυχαία στις 3 ομάδες διατροφής. Από αυτά, τα 42 ολοκλήρωσαν τη μελέτη και τα δεδομένα τους συμπεριλήφθηκαν στην ανάλυση. Κάθε ομάδα που ολοκλήρωσε τη μελέτη αποτελούνταν από 5 άνδρες και 9 γυναίκες, με μέση ηλικία τα 43 έτη και αρχικό δείκτη μάζας σώματος σχεδόν 39 κιλά/μ². Η ερευνητική ομάδα παρείχε όλα τα τρόφιμα και εξασφάλισε εβδομαδιαία παρακολούθηση από διαιτολόγο, ώστε οι συμμετέχοντες να τηρούν το διατροφικό τους πρόγραμμα. Οι ερευνητές αξιολόγησαν τη σύσταση του σώματος, την παραγωγή λιπαρών στο συκώτι, την ανοχή στη γλυκόζη με δοκιμασία χορήγησης από το στόμα, τη λειτουργία των β κυττάρων του παγκρέατος και την αρτηριακή πίεση.
Πριν και μετά τις διατροφικές παρεμβάσεις, οι ερευνητές μέτρησαν τις συγκεντρώσεις λιπιδίων, τριγλυκεριδίων, γλυκόζης και κυτταροκινών στο πλάσμα, αναλύοντας δείγματα αίματος των συμμετεχόντων. Μέτρησαν επίσης τα επίπεδα ορμονών στο αίμα, όπως η ινσουλίνη, η γλυκαγόνη και το πεπτίδιο C. Για να εξετάσουν πώς ανταποκρίνονται οι σκελετικοί μύες στην ινσουλίνη, χορήγησαν ινσουλίνη και έναν ιχνηθέτη γλυκόζης, διατηρώντας σταθερά τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Πραγματοποίησαν επίσης μια ανάλυση ευαισθησίας για τα δύο κύρια αποτελέσματα που αφορούσαν την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Σε αυτήν χρησιμοποίησαν γραμμικά μικτά μοντέλα και όλα τα διαθέσιμα δεδομένα από τους 55 αρχικούς συμμετέχοντες, ώστε να εξετάσουν εάν οι μεταβολές με την πάροδο του χρόνου διέφεραν ανάλογα με τη διατροφή.
Τι ανακάλυψαν οι επιστήμονες
Η απώλεια βάρους βελτίωσε την ανταπόκριση των μυών στην ινσουλίνη κατά σχεδόν 50% σε όλες τις ομάδες. Η ευαισθησία του ήπατος στην ινσουλίνη επίσης βελτιώθηκε σε όλες τις ομάδες, αλλά η βελτίωση ήταν δύο έως 3 φορές μεγαλύτερη σε όσους ακολούθησαν κετογονική δίαιτα. Παράλληλα, δεν καταγράφηκαν σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα σε καμία ομάδα.
Η απώλεια βάρους μείωσε την ποσότητα των τριγλυκεριδίων στο συκώτι σε όλες τις ομάδες. Όμως, η μείωση ήταν μεγαλύτερη στην ομάδα της κετογονικής δίαιτας, φτάνοντας το 67%, έναντι περίπου 45% στις άλλες ομάδες. Αντίστοιχα, η συνολική έκθεση του οργανισμού στη γλυκόζη του πλάσματος μέσα στο 24ωρο μειώθηκε περισσότερο με την κετογονική δίαιτα, κατά 20%, έναντι περίπου 8,0% με τις άλλες διατροφές. Η συνολική έκθεση στην ινσουλίνη του πλάσματος μέσα στο 24ωρο μειώθηκε επίσης σε όλες τις ομάδες, με τη μεγαλύτερη μείωση να καταγράφεται στην ομάδα της κετογονικής διατροφής (74%), έναντι 44% στην ομάδα μεσογειακής διατροφής και 27% στην ομάδα της δίαιτας περιορισμένων λιπαρών. Η κετογονική δίαιτα συνδέθηκε επίσης με τη μεγαλύτερη αύξηση του ρυθμού απομάκρυνσης της ινσουλίνης από το αίμα.
Στην ομάδα της κετογονικής δίαιτας καταγράφηκαν οι μεγαλύτερες μειώσεις στη γλυκόζη και την ινσουλίνη νηστείας στο πλάσμα, στο μέσο μέγεθος των σωματιδίων λιποπρωτεϊνών πολύ χαμηλής πυκνότητας και στον δείκτη αντίστασης στην ινσουλίνη που βασίζεται στις λιποπρωτεΐνες (LP IR). Ο δείκτης Matsuda, ο οποίος αξιολογεί τη συνολική ευαισθησία του οργανισμού στην ινσουλίνη, αυξήθηκε σε όλες τις ομάδες, αλλά περισσότερο στην ομάδα της κετογονικής διατροφής σε σύγκριση με την ομάδα που ακολουθούσε μεσογειακή διατροφή. Η παραγωγή νέων λιπαρών στο συκώτι και η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) μειώθηκαν επίσης περισσότερο με την κετογονική δίαιτα. Δεν διαπιστώθηκαν, εντούτοις, σημαντικές διαφορές μεταξύ των διατροφών ως προς την LDL χοληστερίνη, την απολιποπρωτεΐνη Β και τα τριγλυκερίδια του πλάσματος στη διάρκεια του 24ώρου.
Ο προδιαβήτης υποχώρησε στο 50% των συμμετεχόντων που ακολούθησαν κετογονική δίαιτα, έναντι 29% στην ομάδα της μεσογειακής διατροφής και 7% στην ομάδα της διατροφής με έμφαση στις φυτικές τροφές.
Οι συμμετέχοντες που ακολούθησαν κετογονική δίαιτα παρουσίασαν αύξηση του εκτιμώμενου ρυθμού σπειραματικής διήθησης και μείωση στις συγκεντρώσεις κυστατίνης C, παράγοντα νέκρωσης όγκων. Ενδιαφέρον είχε επίσης η μείωση της συγκέντρωσης του 8 ισοπροστανίου στα ούρα, ενός δείκτη οξειδωτικού στρες. Η μείωση αυτή παρατηρήθηκε μόνο σε όσους ακολούθησαν κετογονική δίαιτα και όχι στις άλλες ομάδες, υποδηλώνοντας ότι η αλλαγή στον συγκεκριμένο δείκτη σχετιζόταν με το είδος της διατροφής.
Στην ομάδα της κετογονικής δίαιτας αυξήθηκε επίσης η αποβολή αζώτου με τα ούρα, ενώ στις ομάδες της μεσογειακής διατροφής και της δίαιτας περιορισμένων λιπαρών μειώθηκε. Αντίστοιχα, η συγκέντρωση γλυκαγόνης στο πλάσμα αυξήθηκε κατά 52% στην ομάδα της κετογονικής διατροφής, ενώ στις άλλες ομάδες μειώθηκε κατά περίπου 30% έως 40%. Η αναλογία γλυκαγόνης προς ινσουλίνη στο πλάσμα υπερτριπλασιάστηκε με την κετογονική δίαιτα, ενώ στις άλλες ομάδες παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη. Η ανάλυση ευαισθησίας για τα δύο κύρια αποτελέσματα που αφορούσαν την ευαισθησία στην ινσουλίνη έδωσε παρόμοια ευρήματα με την κύρια ανάλυση.
Τι σημαίνουν όλα τα παραπάνω
Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι μια κετογονική δίαιτα με πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες, σε συνδυασμό με απώλεια περίπου 10% του σωματικού βάρους, μπορεί να βελτιώσει περισσότερο ορισμένους καρδιομεταβολικούς δείκτες σε άτομα με παχυσαρκία και μεταβολικές διαταραχές, με χαρακτηριστικά παρόμοια με εκείνα των συμμετεχόντων.
Η αναλογία των μακροθρεπτικών συστατικών στη διατροφή ενδέχεται να επηρεάζει την καρδιομεταβολική υγεία πέρα από τα οφέλη της ίδιας της απώλειας βάρους. Εφόσον τα ευρήματα επιβεβαιωθούν σε μεγαλύτερες μελέτες, η συγκεκριμένη κετογονική διατροφή με πολύ λίγους υδατάνθρακες ενδέχεται να επηρεάζει τα επίπεδα ινσουλίνης, γλυκόζης και γλυκαγόνης στο αίμα, καθώς και τις μεταβολικές οδούς που σχετίζονται με τα λιπαρά στο συκώτι. Χρειάζεται, ωστόσο, περαιτέρω έρευνα για να διαπιστωθεί εάν αυτές οι αλλαγές μειώνουν πράγματι τον κίνδυνο καρδιομεταβολικών παθήσεων, ιδιαίτερα σε άτομα με μεταβολική απορρύθμιση.
Η μελέτη δεν μπόρεσε επίσης να δείξει εάν ένας ηπιότερος περιορισμός των υδατανθράκων, χωρίς κέτωση, θα είχε τα ίδια αποτελέσματα. Παραμένει ακόμη άγνωστο εάν θα υπήρχαν αντίστοιχα οφέλη για το συκώτι, αν η διατροφή εφαρμοζόταν σε περίοδο διατήρησης του βάρους.
Σε κάθε περίπτωση, η κετογονική διατροφή είναι ιδιαίτερα περιοριστική και δεν κρίνεται κατάλληλη για κάθε ασθενή. Εάν σκέφτεστε να την ξεκινήσετε είναι σημαντικό να συμβουλευτείτε πρώτα το γιατρό σας, ο οποίος και θα σάς καθοδηγήσει ανάλογα με το ιατρικό σας ιστορικό.








