Ο διαβήτης τύπου δύο είναι μια χρόνια μεταβολική πάθηση, κατά την οποία ο οργανισμός είτε δεν παράγει αρκετή ινσουλίνη είτε δεν μπορεί να την αξιοποιήσει σωστά. Ως αποτέλεσμα, το σάκχαρο συσσωρεύεται στο αίμα, προκαλώντας υπεργλυκαιμία. Πρόκειται για ένα σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας, με σημαντικές επιπτώσεις στη νοσηρότητα, τη θνησιμότητα και τις δαπάνες περίθαλψης.
Αρκετές μελέτες παρατήρησης έχουν συνδέσει τα χαμηλότερα επίπεδα βιταμίνης D στο αίμα με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου δύο. Πάντως, οι μέχρι σήμερα τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές, σε γενικές γραμμές, δεν έχουν τεκμηριώσει ότι η χαμηλή βιταμίνη D αποτελεί αιτία της νόσου. Ούτε υποστηρίζουν τη λήψη συμπληρωμάτων βιταμίνης D για την πρόληψή της στον γενικό πληθυσμό.
Η βιταμίνη D παράγεται κυρίως στο δέρμα, όταν αυτό εκτίθεται στην υπεριώδη ακτινοβολία Β (UVB) του ήλιου. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η υπεριώδης ακτινοβολία μπορεί να ενεργοποιήσει το μονοξείδιο του αζώτου που βρίσκεται αποθηκευμένο στο δέρμα. Αυτό, με τη σειρά του, μπορεί να προκαλέσει διαστολή των αιμοφόρων αγγείων και να μειώσει την αρτηριακή πίεση. Μελέτες σε ζώα έχουν επίσης συνδέσει την έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία με χαμηλότερες τιμές σε δείκτες του μεταβολικού συνδρόμου και μικρότερη αύξηση βάρους. Οι παρατηρήσεις αυτές υποδηλώνουν ότι το ηλιακό φως μπορεί να ωφελεί την καρδιαγγειακή και τη μεταβολική υγεία, ανεξάρτητα από τη βιταμίνη D.
Με αφετηρία αυτά τα πιθανά οφέλη, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, στο Ηνωμένο Βασίλειο, και το Ινστιτούτο Karolinska, στη Σουηδία, εξέτασαν δύο διαφορετικές συσχετίσεις: Τη βραχυχρόνια έκθεση στο ηλιακό φως σε σχέση με τα επίπεδα σακχάρου και τη μακροχρόνια έκθεση σε σχέση με τον διαβήτη τύπου δύο.
Πώς έγινε η μελέτη
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα που συλλέχθηκαν κατά την αρχική αξιολόγηση των συμμετεχόντων στην UK Biobank, από το 2006 έως το 2010. Από την Ιαπωνική Υπηρεσία Αεροδιαστημικής Εξερεύνησης έλαβαν εκτιμήσεις για τη μέση ημερήσια ακτινοβολία UVA και υπολόγισαν τον μέσο όρο για διαστήματα δύο και 7 ημερών για κάθε συμμετέχοντα. Οι τιμές αυτές αφορούσαν την ακτινοβολία UVA στην περιοχή κατοικίας κάθε ατόμου και χρησιμοποιήθηκαν για να εκτιμηθεί έμμεσα η πρόσφατη έκθεσή του στο ηλιακό φως. Στη συνέχεια, εξετάστηκε αν συνδέονταν με τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα.
Για να εκτιμήσουν έμμεσα τη μακροχρόνια έκθεση στον ήλιο, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τις απαντήσεις των συμμετεχόντων σχετικά με το πόσο συχνά έκαναν σολάριουμ ή χρησιμοποιούσαν λάμπες μαυρίσματος μέσα στο έτος. Ανάλογα με τη συχνότητα χρήσης σολάριουμ, τους χώρισαν σε 3 κατηγορίες: Όσους δεν έκαναν καθόλου, όσους έκαναν περιστασιακά και όσους έκαναν συχνά. Για να εξετάσουν τη σχέση με τη διάγνωση διαβήτη τύπου δύο, πραγματοποίησαν αναδρομικές αναλύσεις επιβίωσης, συμπεριλαμβάνοντας μόνο λευκούς συμμετέχοντες ευρωπαϊκής καταγωγής.
Τι ανακάλυψαν οι επιστήμονες
Η ανάλυση, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature, έδειξε ότι η υψηλότερη ακτινοβολία UVA στο περιβάλλον συνδεόταν με χαμηλότερο σάκχαρο στο αίμα. Συγκεκριμένα, τον χειμώνα, η μεγαλύτερη μέση έκθεση στο ηλιακό φως κατά την ημέρα της αιμοληψίας και την προηγούμενη ημέρα συνδεόταν με χαμηλότερες τιμές σακχάρου. Όταν εξετάστηκε ο μέσος όρος των 7 ημερών έως και την ημέρα της αιμοληψίας, η ίδια συσχέτιση παρατηρήθηκε τόσο τον χειμώνα όσο και την άνοιξη.
Όσον αφορά τη μακροχρόνια έκθεση, η αναδρομική ανάλυση έδειξε ότι όσοι έκαναν σολάριουμ περιστασιακά είχαν κατά 14% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου δύο, ενώ για όσους έκαναν συχνά ο κίνδυνος ήταν κατά 22% χαμηλότερος, σε σύγκριση με όσους δεν έκαναν καθόλου. Η περίοδος που εξετάστηκε ξεκινούσε από την ηλικία των 20 ετών και έφτανε μέχρι τη διάγνωση διαβήτη ή την αρχική αξιολόγηση, με διάμεση διάρκεια τα 38 έτη. Η μείωση του κινδύνου όσο αυξανόταν η συχνότητα χρήσης σολάριουμ ακολουθούσε μια στατιστικά σημαντική γραμμική τάση, εύρημα συμβατό με σχέση δόσης και απόκρισης.
Περαιτέρω ανάλυση έδειξε ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του στατιστικού μοντέλου, όσο συχνότερα έκαναν σολάριουμ οι συμμετέχοντες τόσο χαμηλότερος ήταν ο δείκτης μάζας σώματος και το σάκχαρό τους και τόσο υψηλότερα ήταν τα επίπεδα βιταμίνης D.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα
Η μελέτη έδειξε ότι η βραχυχρόνια έκθεση στο ηλιακό φως συνδεόταν με μικρές μειώσεις του σακχάρου, οι οποίες, κατά τους συγγραφείς, θα μπορούσαν να έχουν σημασία σε επίπεδο πληθυσμού. Συνολικά, οι αναλύσεις για τη βραχυχρόνια και τη μακροχρόνια έκθεση υποδηλώνουν ότι το ηλιακό φως ενδέχεται να παίζει ρόλο στη μεταβολική υγεία. Καμία από τις δύο, ωστόσο, δεν αποδεικνύει σχέση αιτίας και αποτελέσματος.
Η βραχυχρόνια έκθεση στο ηλιακό φως μπορεί να επηρεάζει το σάκχαρο μέσω του μονοξειδίου του αζώτου. Προηγούμενες έρευνες υποδηλώνουν ότι τα επίπεδά του κορυφώνονται περίπου 24 έως 48 ώρες μετά την έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία. Το μονοξείδιο του αζώτου μπορεί να μειώνει το σάκχαρο αυξάνοντας τη ροή του αίματος, την έκκριση ινσουλίνης και την ευαισθησία του οργανισμού σε αυτήν.
Η ισχυρότερη σύνδεση ανάμεσα στη μεγαλύτερη έκθεση στο ηλιακό φως και το χαμηλότερο σάκχαρο παρατηρήθηκε τον χειμώνα, όταν η ηλιακή ακτινοβολία είναι συνολικά περιορισμένη. Οι μη γραμμικές αναλύσεις έδειξαν ότι, όταν η έκθεση στην UVA ήταν χαμηλή, η αύξησή της συνδεόταν με πιο έντονη πτώση του σακχάρου. Σε υψηλότερα επίπεδα UVA, που είναι πιο συνηθισμένα τους μήνες με περισσότερη ηλιοφάνεια, οι τιμές του σακχάρου έτειναν να σταθεροποιούνται.
Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι ίσως χρειάζεται ένα ελάχιστο επίπεδο έκθεσης στο ηλιακό φως για να προκύψουν βραχυχρόνιες επιδράσεις στον μεταβολισμό. Πέρα από αυτό το όριο, η περισσότερη έκθεση μπορεί να προσφέρει μικρό μόνο πρόσθετο όφελος. Τις υπόλοιπες εποχές, όταν η ηλιοφάνεια ενδέχεται να είναι ήδη επαρκής τις περισσότερες ημέρες, η επιπλέον καθημερινή έκθεση μπορεί να έχει ελάχιστο πρόσθετο όφελος για τον μεταβολισμό.
Συνολικά, η μελέτη αναδεικνύει πιθανά οφέλη της τακτικής έκθεσης στο ηλιακό φως για τη μεταβολική υγεία. Εντούτοις, οι ερευνητές προειδοποίησαν ότι τα ευρήματα δεν αποτελούν άμεση τεκμηρίωση υπέρ της χρήσης σολάριουμ για τη μείωση του κινδύνου διαβήτη τύπου 2. Στη δημοσίευση επισημαίνεται επίσης ότι η έκθεση στον ήλιο αποτελεί γνωστό παράγοντα κινδύνου για καρκίνο του δέρματος, πράγμα που σημαίνει ότι χρειάζεται να προσδιοριστεί ποιες πηγές έκθεσης στο φως και ποια επίπεδα έκθεσης είναι ασφαλή.








