Νέα ευρήματα που παρουσιάστηκαν στο 63ο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Νεφρολογικής Εταιρείας (ERA) δείχνουν ότι μια ευρέως συνταγογραφούμενη κατηγορία φαρμάκων για την υπέρταση ενδέχεται να συνδέεται με χειρότερη εξέλιξη της νεφρικής λειτουργίας σε άτομα με διαβήτη τύπου 2. Σε αυτά περιλαμβάνονται και ασθενείς που λαμβάνουν ήδη νεότερα φάρμακα για την προστασία των νεφρών.
Πρόκειται για τους διυδροπυριδινικούς αναστολείς διαύλων ασβεστίου (DCCBs), οι οποίοι μειώνουν την αρτηριακή πίεση χαλαρώνοντας τα αιμοφόρα αγγεία. Συχνά συνταγογραφούνται ως θεραπεία δεύτερης επιλογής σε άτομα με διαβητική νεφρική νόσο. Στη νέα μελέτη, οι ασθενείς που λάμβαναν DCCBs μαζί με τις καθιερωμένες θεραπείες διέτρεχαν σημαντικά μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρής επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας σε σύγκριση με όσους λάμβαναν άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα.
Πώς προστατεύονται τα νεφρά στον διαβήτη τύπου 2
Η διαβητική νεφρική νόσος αποτελεί μία από τις συχνότερες αιτίες νεφρικής ανεπάρκειας παγκοσμίως. Αναπτύσσεται όταν τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα παραμένουν υψηλά για μεγάλο χρονικό διάστημα και προκαλούν βλάβες στα μικροσκοπικά αιμοφόρα αγγεία των νεφρών. Σταδιακά, οι βλάβες αυτές περιορίζουν την ικανότητα των νεφρών να απομακρύνουν τις άχρηστες ουσίες από το αίμα. Ο έλεγχος της αρτηριακής πίεσης αποτελεί βασικό μέρος της αντιμετώπισης της νόσου, καθώς η υψηλή αρτηριακή πίεση μπορεί να επιταχύνει αυτή τη διαδικασία.
Η θεραπεία της διαβητικής νεφρικής νόσου έχει αλλάξει σημαντικά τα τελευταία χρόνια, μετά την εισαγωγή δύο σημαντικών κατηγοριών φαρμάκων. Οι αναστολείς του συστήματος ρενίνης αγγειοτενσίνης (RAS) μειώνουν την αρτηριακή πίεση, αλλά και την πίεση στο εσωτερικό των δομών των νεφρών που φιλτράρουν το αίμα. Οι αναστολείς του συμμεταφορέα νατρίου γλυκόζης τύπου 2 (SGLT2) αναπτύχθηκαν αρχικά για τη θεραπεία του διαβήτη. Σήμερα, όμως, αναγνωρίζεται ότι μπορούν επίσης να προστατεύσουν τη λειτουργία των νεφρών και να μειώσουν τον κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας. Οι δύο αυτές κατηγορίες φαρμάκων αποτελούν πλέον μέρος της καθιερωμένης θεραπείας για πολλά άτομα με διαβητική νεφρική νόσο.
Η μελέτη παρακολούθησε περισσότερους από 31.000 ασθενείς
Οι ερευνητές εξέτασαν δεδομένα υγείας από 31.031 ενήλικες με διαβήτη τύπου 2, τα οποία συλλέχθηκαν από το 2016 έως το 2021. Όλοι οι συμμετέχοντες λάμβαναν αναστολείς τόσο του RAS όσο και του SGLT2. Από το σύνολο των συμμετεχόντων, 12.172, δηλαδή το 39,2%, λάμβαναν επίσης DCCBs, ενώ 18.859, δηλαδή το 60%, λάμβαναν άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα. Η διάμεση διάρκεια παρακολούθησης ήταν περίπου 3,5 χρόνια.
Αφού έλαβαν υπόψη τις διαφορές στα αρχικά κλινικά και δημογραφικά χαρακτηριστικά των ασθενών, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η χρήση DCCBs συνδεόταν με 33% μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρής επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας (R 1,33, 95% διάστημα εμπιστοσύνης 1,03 έως 1,73).
Ως τέτοια εξέλιξη οι ερευνητές όρισαν είτε τη σημαντική μείωση της ικανότητας των νεφρών να φιλτράρουν το αίμα, με πτώση κατά τουλάχιστον 40% του εκτιμώμενου ρυθμού σπειραματικής διήθησης (eGFR), ο οποίος αποτελεί τον καθιερωμένο δείκτη αξιολόγησης της νεφρικής λειτουργίας, είτε την εξέλιξη σε νεφρική νόσο τελικού σταδίου που απαιτούσε αιμοκάθαρση ή μεταμόσχευση.
«Οι DCCBs χρησιμοποιούνται ευρέως ως θεραπεία δεύτερης επιλογής για την αρτηριακή πίεση σε ασθενείς με διαβητική νεφρική νόσο», ανέφερε η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Τίμνα Άγκουρ. «Τα ευρήματά μας εγείρουν σημαντικά ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο αυτά τα φάρμακα αποτελούν πάντοτε την καλύτερη επιλογή για ασθενείς που λαμβάνουν ήδη σύγχρονες θεραπείες για την προστασία των νεφρών».
Γιατί οι DCCBs μπορεί να επηρεάζουν τη λειτουργία των νεφρών
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη συσχέτιση ενδέχεται να οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο οι DCCBs επηρεάζουν τη ροή του αίματος στα νεφρά. Στη διαβητική νεφρική νόσο, τα νεφρά επιβαρύνονται ήδη από την αυξημένη πίεση και την υπερδιήθηση, μια κατάσταση κατά την οποία οι δομές που φιλτράρουν το αίμα δέχονται υπερβολική πίεση.
Οι DCCBs ενδέχεται να χαλαρώνουν περισσότερο τα αιμοφόρα αγγεία που μεταφέρουν αίμα προς αυτές τις δομές από ό,τι τα αγγεία που απομακρύνουν το αίμα από αυτές. Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτή η ανισορροπία θα μπορούσε να αυξήσει την πίεση στο εσωτερικό των δομών διήθησης και να συμβάλει στην περαιτέρω βλάβη των νεφρών.
«Αρχικά θεωρήσαμε ότι η προστατευτική δράση των αναστολέων SGLT2 στα νεφρά θα μπορούσε να αντισταθμίσει τις πιθανές αρνητικές επιδράσεις των DCCBs», ανέφερε η Τίμνα Άγκουρ. «Ωστόσο, ο αυξημένος κίνδυνος εξέλιξης της νεφρικής νόσου φάνηκε να παραμένει ακόμη και σε αυτή την ομάδα».
Επειδή η μελέτη ήταν παρατηρητική, οι ερευνητές τόνισαν ότι δεν μπορεί να αποδείξει πως οι DCCBs προκάλεσαν άμεσα τη χειρότερη εξέλιξη της νεφρικής λειτουργίας. Ωστόσο, επισήμαναν ότι η συγκεκριμένη συσχέτιση χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, καθώς αυτά τα φάρμακα συνταγογραφούνται πολύ συχνά σε άτομα με διαβητική νεφρική νόσο.
«Χρειάζονται περισσότερες προοπτικές μελέτες και τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές, ώστε να επιβεβαιωθούν αυτές οι παρατηρήσεις και να προσδιοριστούν με μεγαλύτερη ακρίβεια οι ασφαλέστερες επιλογές για την αντιμετώπιση της αρτηριακής πίεσης σε ασθενείς με διαβητική νεφρική νόσο», κατέληξε η Τίμνα Άγκουρ. «Ωστόσο, δεδομένου του πόσο συχνά συνταγογραφούνται αυτά τα φάρμακα, ακόμη και μια μικρή αύξηση του κινδύνου για τα νεφρά θα μπορούσε να έχει σημαντικές επιπτώσεις για μεγάλο αριθμό ασθενών με διαβητική νεφρική νόσο».








