Νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet Regional Health Americas, έδειξε ότι περίπου οι μισές περιπτώσεις διαβήτη τύπου 2 πρώιμης έναρξης, δηλαδή όταν η νόσος εμφανίζεται πριν από την ηλικία των 45 ετών, μπορούν να οδηγηθούν σε ύφεση με μια δίαιτα χαμηλών θερμίδων σε συνδυασμό με ένα οργανωμένο πρόγραμμα άσκησης.
Στο επίκεντρο ο διαβήτης πρώιμης έναρξης
Ο διαβήτης τύπου 2 πρώιμης έναρξης αποτελεί μια ξεχωριστή και ολοένα συχνότερη κλινική μορφή της νόσου, που χαρακτηρίζεται από ταχύτερη επιδείνωση του ελέγχου του σακχάρου στο αίμα, εμφάνιση επιπλοκών σε μικρότερη ηλικία και χαμηλότερο προσδόκιμο ζωής σε σχέση με τον διαβήτη τύπου 2 που εκδηλώνεται αργότερα στη ζωή. Οι δίαιτες χαμηλών θερμίδων μπορούν να μειώσουν τα επίπεδα γλυκόζης κάτω από τα διαγνωστικά όρια για τον διαβήτη τύπου 2 χωρίς φαρμακευτική αγωγή, οδηγώντας έτσι τη νόσο σε ύφεση.
Η προσθήκη οργανωμένης άσκησης μπορεί να προσφέρει επιπλέον οφέλη, όπως καλύτερη φυσική κατάσταση, διατήρηση της μυϊκής μάζας, βελτίωση της καρδιακής λειτουργίας και μείωση της αντίστασης στην ινσουλίνη. Οι ερευνητές θέλησαν να διαπιστώσουν πόσο αποτελεσματικός είναι ο συνδυασμός μιας δίαιτας χαμηλών θερμίδων με επιβλεπόμενη άσκηση στην επίτευξη ύφεσης μέσα σε 24 εβδομάδες σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 πρώιμης έναρξης, συγκρίνοντάς τον με τη συνήθη φροντίδα.
Συνδυασμός περιορισμού θερμίδων και οργανωμένης άσκησης
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε τρία κέντρα στην Αγγλία και τον Καναδά και ήταν τυχαιοποιημένη, ανοικτή κλινική δοκιμή με τυφλή αξιολόγηση των τελικών αποτελεσμάτων. Συμμετείχαν ενήλικες ηλικίας 18 έως 45 ετών με διαβήτη τύπου 2 πρώιμης έναρξης και παχυσαρκία, οι οποίοι δεν λάμβαναν ινσουλίνη.
Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Η πρώτη συνέχισε να λαμβάνει τη συνήθη φροντίδα, ενώ η δεύτερη ακολούθησε μια παρέμβαση που περιλάμβανε δίαιτα 800 έως 900 θερμίδες την ημέρα, επιβλεπόμενη αερόβια άσκηση και άσκηση με αντιστάσεις δύο φορές την εβδομάδα και ανεξάρτητη άσκηση μία φορά την εβδομάδα, από την 1η έως τη 12η εβδομάδα. Από τη 13η έως την 24η εβδομάδα ακολούθησαν διατροφή για διατήρηση του βάρους και συνέχισαν να ασκούνται μόνοι τους. Σημειώνουμε ότι οι 900 θερμίδες την ημέρα είναι εξαιρετικά χαμηλές για το μέσο άνθρωπο και πρέπει πάντα να γίνονται κάτω από ιατρική επίβλεψη και μόνο όταν κριθεί ιατρικά απαραίτητο.
Το βασικό ζητούμενο ήταν αν είχε επιτευχθεί ύφεση στις 24 εβδομάδες. Ως ύφεση ορίστηκε η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη HbA1c κάτω από 6,5% [48 mmol/mol], χωρίς λήψη φαρμάκων για τη μείωση της γλυκόζης για τουλάχιστον 12 εβδομάδες.
Στην κύρια ανάλυση αποτελεσματικότητας και ανεπιθύμητων ενεργειών συμπεριλήφθηκαν όλοι οι συμμετέχοντες που είχαν τυχαιοποιηθεί. Όταν δεν υπήρχαν διαθέσιμα δεδομένα, οι ερευνητές θεωρούσαν ότι δεν είχε επιτευχθεί ύφεση. Στα δευτερεύοντα τελικά σημεία περιλαμβάνονταν η καρδιοαναπνευστική φυσική κατάσταση, η σύσταση σώματος και η δομή της καρδιάς.
Με την έναρξη της δίαιτας των 800 έως 900 θερμίδων ημερησίως, οι συμμετέχοντες διέκοψαν όλα τα φάρμακα για τη μείωση της γλυκόζης και της αρτηριακής πίεσης, εφόσον δεν είχαν λευκωματουρία. Η διατροφή τους περιλάμβανε 30% πρωτεΐνη, 50% υδατάνθρακες και 20% λιπαρά. Τους ζητήθηκε επίσης να πίνουν τουλάχιστον 2 λίτρα υγρών χωρίς θερμίδες την ημέρα και τους δόθηκε καθαρτικό με βάση τις φυτικές ίνες για χρήση όταν ήταν απαραίτητο.
Τις πρώτες δύο εβδομάδες, όλα τα γεύματα αντικαταστάθηκαν με προϊόντα αντικατάστασης γεύματος. Από την 3η έως τη 12η εβδομάδα, η θερμιδική πρόσληψη παρέμεινε ίδια, αλλά προστέθηκε μεγαλύτερη ποικιλία, με υποκατάστατα γευμάτων. Επιτρεπόταν επίσης ένα γεύμα κανονικής τροφής την ημέρα, ενώ η συνολική ημερήσια πρόσληψη περιλάμβανε 60 έως 90 γρ. πρωτεΐνης από όλες τις πηγές, μία μερίδα φρούτου και δύο μερίδες μη αμυλούχων λαχανικών.
Ύφεση σε περισσότερους από τους μισούς συμμετέχοντες
Στη μελέτη συμμετείχαν συνολικά 96 άτομα, 40 από το Ηνωμένο Βασίλειο και 56 από τον Καναδά, τα οποία εντάχθηκαν στο πρόγραμμα από τις 24 Σεπτεμβρίου 2021 έως τις 6 Ιουνίου 2025. Στην ομάδα παρέμβασης συμμετείχαν 24 γυναίκες και 26 άνδρες, ενώ στην ομάδα ελέγχου 21 γυναίκες και 25 άνδρες. Η μέση ηλικία ήταν 38 έτη και ο μέσος δείκτης μάζας σώματος 35,2 kg/m². Συνολικά 86 συμμετέχοντες, δηλαδή το 90%, προσήλθαν στην τελική αξιολόγηση.
Ύφεση στις 24 εβδομάδες πέτυχαν 27 από τους 50 συμμετέχοντες στην ομάδα παρέμβασης, δηλαδή το 54%, έναντι μόλις 2 από τους 46 στην ομάδα ελέγχου, δηλαδή το 4%. Μετά τη στατιστική προσαρμογή των δεδομένων, οι συμμετέχοντες στην ομάδα παρέμβασης είχαν 21 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να πετύχουν ύφεση σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου.
Οι 47 συμμετέχοντες της ομάδας παρέμβασης είχαν μέσο βάρος 100,7 κιλά στην αρχή της μελέτης, ενώ οι 43 συμμετέχοντες της ομάδας ελέγχου είχαν μέσο βάρος 103,2 κιλά. Από την έναρξη έως την 24η εβδομάδα, η ομάδα παρέμβασης έχασε κατά μέσο όρο 8,4 κιλά, με το μέσο βάρος να διαμορφώνεται στα 92,3 κιλά. Στην ομάδα ελέγχου, η μέση απώλεια βάρους ήταν 1,2 κιλά και το μέσο βάρος στο τέλος της μελέτης ήταν 102,0 κιλά.
Μετά τη στατιστική προσαρμογή, οι συμμετέχοντες στην ομάδα παρέμβασης είχαν χάσει κατά μέσο όρο 7,5 κιλά περισσότερα σε σχέση με την ομάδα ελέγχου μέχρι την 24η εβδομάδα. Από αυτά, τα 6,6 κιλά αντιστοιχούσαν σε μεγαλύτερη απώλεια λιπώδους μάζας.
Η ύφεση επιτεύχθηκε χωρίς σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι περισσότεροι συμμετέχοντες στην ομάδα παρέμβασης εμφάνισαν τουλάχιστον μία ανεπιθύμητη ενέργεια, 43 από τους 50, έναντι 6 από τους 46 στην ομάδα ελέγχου. Οι περισσότερες εμφανίστηκαν στην αρχή της δίαιτας χαμηλών θερμίδων και περιλάμβαναν δυσκοιλιότητα, πονοκέφαλο, ζάλη και κόπωση, ενώ στη συνέχεια υποχώρησαν.
Οι συγγραφείς ανέφεραν: «Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι ο συνδυασμός οργανωμένης αερόβιας άσκησης και άσκησης με αντιστάσεις με μια δίαιτα χαμηλών θερμίδων είναι εφικτός και αποτελεσματικός σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 πρώιμης έναρξης. Η προσέγγιση αυτή μπορεί να προσφέρει σημαντικά και συνολικά οφέλη για την υγεία και την ευεξία, παράλληλα με την ύφεση του διαβήτη.
»Τα ποσοστά ύφεσης που καταγράψαμε συγκαταλέγονται στα υψηλότερα που έχουν αναφερθεί μέχρι σήμερα σε μελέτες παρόμοιας διάρκειας. Το εύρημα αυτό ενισχύει την άποψη ότι οι οργανωμένες παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής μπορούν να συμβάλουν σε κλινικά σημαντική ύφεση. Παράλληλα, δείξαμε για πρώτη φορά ότι τέτοια αποτελέσματα μπορούν να επιτευχθούν σε έναν πολυεθνικό πληθυσμό με διαβήτη τύπου 2 πρώιμης έναρξης, μέσα από τον συνδυασμό δίαιτας χαμηλών θερμίδων και οργανωμένης άσκησης».
Διατήρηση της μυϊκής μάζας και μακροπρόθεσμη ύφεση
Οι ερευνητές επισήμαναν ότι μετά από όλα τα προγράμματα απώλειας βάρους, συμπεριλαμβανομένων των διαιτών χαμηλών θερμίδων που εφαρμόζονται με στόχο την ύφεση του διαβήτη τύπου 2, οι περισσότεροι άνθρωποι τείνουν να ανακτούν μέρος ή και όλο το βάρος που έχασαν. Όταν η απώλεια βάρους βασίζεται μόνο στη μείωση της ενεργειακής πρόσληψης, μειώνεται τόσο η λιπώδης όσο και η άλιπη μάζα σώματος. Υπάρχουν επίσης ορισμένα στοιχεία που δείχνουν ότι κατά την επαναπρόσληψη βάρους μπορεί να ανακτάται περισσότερο λίπος παρά άλιπη μάζα. Αυτό μπορεί σταδιακά να οδηγήσει σε καθαρή απώλεια άλιπης μάζας σώματος και να αυξήσει τον κίνδυνο σαρκοπενίας.
Οι συγγραφείς ανέφεραν: «Στη μελέτη δώσαμε ιδιαίτερη έμφαση στη διατήρηση των μυών κατά την περίοδο της έντονης απώλειας βάρους, μέσω προπόνησης με αντιστάσεις. Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι είναι δυνατό να διατηρηθούν τόσο η άλιπη όσο και η μυϊκή μάζα ακόμη και όταν η απώλεια βάρους είναι γρήγορη. Η διατήρηση των μυών κατά την απώλεια βάρους με στόχο την ύφεση μπορεί να έχει σημαντική σημασία για τη μακροπρόθεσμη μεταβολική υγεία, τη σωματική λειτουργικότητα και την πορεία της νόσου. Αυτό χρειάζεται να εξεταστεί σε μελέτες μεγαλύτερης διάρκειας».
Κατέληξαν: «Εστιάζοντας ειδικά στον διαβήτη τύπου 2 πρώιμης έναρξης, η μελέτη μας αφορά έναν πληθυσμό ασθενών που αυξάνεται και χαρακτηρίζεται από υψηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, μεγαλύτερο συνολικό φορτίο επιπλοκών και χειρότερη μακροπρόθεσμη πορεία.
»Συνολικά, η έδειξε ότι σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 πρώιμης έναρξης, ο συνδυασμός οργανωμένης αερόβιας άσκησης και άσκησης με αντιστάσεις με μια δίαιτα χαμηλών θερμίδων οδηγεί σε υψηλά ποσοστά ύφεσης, μειώνει τη λιπώδη μάζα ενώ διατηρεί τη μυϊκή μάζα, βελτιώνει την ποιότητα και τη λειτουργία των μυών, ενισχύει την καρδιαγγειακή υγεία και προσφέρει ουσιαστική βελτίωση στα αποτελέσματα που αναφέρουν οι ίδιοι οι ασθενείς.
»Καθώς ο διαβήτης τύπου 2 πρώιμης έναρξης γίνεται ολοένα συχνότερος παγκοσμίως, τα ευρήματά μας δείχνουν ότι υπάρχει περιθώριο επανεξέτασης του τρόπου αντιμετώπισής του και ευρύτερης εφαρμογής συνδυασμένων παρεμβάσεων διατροφής και άσκησης με στόχο την ύφεση. Η προσέγγιση αυτή μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για άτομα που επιθυμούν εγκυμοσύνη ή μπορεί να μείνουν έγκυες. Χρειάζεται, ωστόσο, να αξιολογηθεί περαιτέρω σε μεγαλύτερης διάρκειας μελέτες και σε πραγματικές συνθήκες».








