Ακόμα και όταν δεν έχει συσσωρευτεί λίπος σε αυτό, το συκώτι δεν είναι ένα όργανο που τραβά ιδιαίτερα την προσοχή. Ωστόσο, εκτελεί σχεδόν αδιάκοπα περισσότερες από 500 λειτουργίες που είναι απαραίτητες για την επιβίωσή μας, γεγονός που το καθιστά ένα από τα όργανα με τις μεγαλύτερες ενεργειακές ανάγκες στο σώμα, καθώς και το μεγαλύτερο εσωτερικό όργανο.
Το συκώτι παράγει χολή, η οποία βοηθά στην πέψη των λιπαρών, φιλτράρει τις τοξίνες από το αίμα και ρυθμίζει τα επίπεδα σακχάρου, ώστε το σώμα να χρησιμοποιεί αποτελεσματικά την ενέργεια. Παράλληλα, παράγει πρωτεΐνες που είναι απαραίτητες για την πήξη του αίματος και για τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
Όταν συσσωρεύεται υπερβολικό λίπος στο συκώτι, όλες αυτές οι λειτουργίες μπορεί να επιβαρυνθούν. Στα άτομα με μεταβολικά σχετιζόμενη στεατωτική νόσο του ήπατος, το συσσωρευμένο λίπος μπορεί να αντιστοιχεί στο 5% έως 10% του συνολικού βάρους του οργάνου.
Εάν το βάρος σας αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου και ιδιαίτερα εάν συσσωρεύετε περιττό λίπος στην περιοχή της κοιλιάς, δηλαδή σπλαχνικό λίπος, είναι πολύ πιθανό να έχετε σε κάποιον βαθμό λίπος στο συκώτι.
Τι πρέπει να ξέρετε για το λίπος στο συκώτι
Η μεταβολικά σχετιζόμενη στεατωτική νόσος του ήπατος, γνωστή και ως λιπώδης διήθηση του ήπατος ή απλά λιπώδες ήπαρ, χαρακτηρίζεται από τη συσσώρευση υπερβολικού λίπους στα κύτταρα του συκωτιού και συνδέεται στενά με μεταβολικά προβλήματα, όπως το αυξημένο σωματικό βάρος, το λίπος στην περιοχή της κοιλιάς, η υψηλή αρτηριακή πίεση, τα αυξημένα επίπεδα σακχάρου και οι διαταραχές στα λιπίδια του αίματος.
Πρόκειται για την πιο συχνή χρόνια ηπατική νόσο παγκοσμίως, καθώς εκτιμάται ότι επηρεάζει περίπου 1 στους 3 ενήλικες, σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις, οι οποίες υπολογίζουν ότι μέχρι το 2040 πάνω από τους μισούς ενήλικες θα έχουν λίπος στο συκώτι.
Στα αρχικά στάδια, το λιπώδες ήπαρ συνήθως δεν προκαλεί εμφανή συμπτώματα, ωστόσο σε ορισμένες περιπτώσεις η συσσώρευση λίπους μπορεί να συνοδεύεται από φλεγμονή και βλάβη στα κύτταρα του συκωτιού.
Εάν η νόσος εξελιχθεί, μπορεί να δημιουργηθεί ίνωση, η οποία με την πάροδο του χρόνου ενδέχεται να οδηγήσει σε κίρρωση, ηπατική ανεπάρκεια ή καρκίνο του ήπατος. Παράλληλα, η κατάσταση αυτή δεν επηρεάζει μόνο την υγεία του συκωτιού, αλλά συνδέεται και με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων και χρόνιας νεφρικής νόσου.
Στο επίκεντρο της νόσου βρίσκεται συχνά η αντίσταση στην ινσουλίνη, κατά την οποία τα κύτταρα του σώματος δεν ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στη δράση της ορμόνης. Ως αποτέλεσμα, ο λιπώδης ιστός απελευθερώνει περισσότερα λιπαρά οξέα στο αίμα, τα οποία μεταφέρονται στο συκώτι, ενώ παράλληλα το ίδιο το όργανο αυξάνει την παραγωγή λίπους.
Η αντίσταση στην ινσουλίνη δυσκολεύει επίσης τον έλεγχο του σακχάρου, επειδή το συκώτι συνεχίζει να παράγει και να απελευθερώνει γλυκόζη στο αίμα, παρότι υπάρχει ήδη ινσουλίνη. Με τον τρόπο αυτό, τα επίπεδα του σακχάρου μπορεί να αυξηθούν και, μακροπρόθεσμα, να αναπτυχθεί διαβήτης τύπου 2.
Η σχέση ανάμεσα στη λιπώδη διήθηση του ήπατος και στον διαβήτη τύπου 2 είναι αμφίδρομη. Η αντίσταση στην ινσουλίνη και ο διαβήτης αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης και εξέλιξης της νόσου, ενώ η συσσώρευση λίπους και η μεταβολική δυσλειτουργία στο συκώτι μπορούν να επιδεινώσουν περαιτέρω την αντίσταση στην ινσουλίνη και να δυσκολέψουν τον έλεγχο του σακχάρου.
Γενικά, μια διατροφή πλούσια σε υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, πρόσθετα σάκχαρα, ζαχαρούχα ροφήματα, κορεσμένα λιπαρά και επεξεργασμένους υδατάνθρακες συνδέεται με δυσμενέστερο μεταβολικό προφίλ και μεγαλύτερο κίνδυνο συσσώρευσης λίπους στο συκώτι.
Λίπος στο συκώτι: Πόσο βάρος μπορεί να κάνει τη διαφορά
Το λιπώδες ήπαρ είναι συχνά συνδεδεμένο με το υπερβάλλον βάρος, καθώς περίπου το 80% των ατόμων που έχουν λίπος στο συκώτι είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα. Αντίστοιχα, περίπου το 70% των υπέρβαρων ενηλίκων και έως και το 90% των ενηλίκων με σοβαρή παχυσαρκία πάσχουν από μεταβολικά σχετιζόμενη στεατωτική νόσο του ήπατος.
Για το 20% των ασθενών που έχουν φυσιολογικό βάρος, η απώλεια βάρους δεν αποτελεί σύσταση πρώτης γραμμής αν και ορισμένοι ειδικοί προτείνουν μια μικρή απώλεια βάρους της τάξεως του 3 με 5% σε ορισμένα άτομα που πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια. Ωστόσο, μεγαλύτερη έμφαση δίνεται στη βελτίωση της ποιότητας της διατροφής, τον περιορισμό του αλκοόλ και την αύξηση της σωματικής δραστηριότητας. Ουσιαστικά, ο στόχος είναι η βελτίωση της σύστασης του σώματος, δηλαδή η απώλεια λίπους (και ιδίως σπλαχνικού λίπους) και η παράλληλη αύξηση της μυϊκής μάζας. Αυτό μπορεί να γίνει χωρίς μεγάλη ή και καθόλου απώλεια βάρους, ανάλογα με το ποσοστό λίπους του ασθενή, το ιστορικό του όσον αφορά την άσκηση κ.τ.λ.
Από την άλλη, για τα άτομα που είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα και έχουν διαγνωστεί με λιπώδες ήπαρ, η απώλεια βάρους αποτελεί συχνά ισχυρή σύσταση και μπορεί να φέρει μετρήσιμα αποτελέσματα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.
Αν και δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος αριθμός που να ισχύει για όλους, οι ευρωπαϊκές κατευθυντήριες οδηγίες προτείνουν στα άτομα με αυξημένο βάρος διατηρήσιμη απώλεια τουλάχιστον 5% για να μειωθεί το λίπος στο συκώτι, 7% έως 10% για να βελτιωθούν η φλεγμονή και οι κυτταρικές βλάβες και απώλεια άνω του 10% για να αυξηθούν οι πιθανότητες βελτίωσης της ίνωσης. Αυτό σημαίνει ότι εάν ένας άνθρωπος 100 κιλών χάσει ακόμα και 5 μόλις κιλά, είναι πολύ πιθανόν να υπάρχει μετρήσιμη μείωση του λίπους που έχει στο συκώτι.
Η παραπάνω οδηγία υποστηρίζεται και από τη διεθνή βιβλιογραφία. Για παράδειγμα, ανασκόπηση μελετών του 2021 σχετικά με την απώλεια βάρους και τη λιπώδη διήθηση του ήπατος διαπίστωσε ότι η προχωρημένη μορφή της νόσου υποχώρησε μέσα σε μόλις έναν χρόνο 90% των ατόμων που έχασαν το 10% του αρχικού σωματικού τους βάρους.
Την ίδια χρονιά, διαφορετική ανάλυση 43 μελετών έδειξε ότι, για κάθε επιπλέον κιλό που έχαναν οι ασθενείς, μειώνονταν και τα επίπεδα των ηπατικών ενζύμων, τα οποία συχνά είναι αυξημένα στη λιπώδη διήθηση του ήπατος και στις πιο προχωρημένες μορφές της νόσου. Ειδικά η φλεγμονή υποχωρούσε όλο και περισσότερο όσο μειωνόταν το βάρος.
Οι συγγραφείς ανέφεραν στο συμπέρασμά τους: «Κλινικά σημαντικές βελτιώσεις στη λιπώδη νόσο του συκωτιού επιτυγχάνονται ακόμα και με μέτρια απώλεια βάρους, αλλά όσο μεγαλύτερη είναι η απώλεια βάρους τόσο μεγαλύτερη είναι και η βελτίωση».
Αυτό εν μέρει οφείλεται στο γεγονός ότι το σπλαχνικό λίπος, το «κρυφό» λίπος δηλαδή που βρίσκεται βαθιά στην κοιλιακή χώρα και περιβάλλει τα όργανα (όπως είναι και το συκώτι) χάνεται πιο εύκολα συγκριτικά με το υποδόριο λίπος (το ορατό δηλαδή λίπος που βρίσκεται ακριβώς κάτω από το δέρμα), σύμφωνα με την κλινική του Cleveland. Έτσι μέσα σε 2 με 3 μήνες μπορεί να υπάρξει μείωση στο σπλαχνικό λίπος.
Τα δεδομένα δείχνουν ότι, στα αρχικά στάδια μιας μέτριας απώλειας βάρους, το σπλαχνικό λίπος συχνά μειώνεται αναλογικά περισσότερο από το υποδόριο λίπος. Σε συγκεκριμένη μελέτη, απώλεια περίπου 11 κιλών συνοδεύτηκε από μείωση του σπλαχνικού λίπους κατά 25% και του υποδόριου κοιλιακού λίπους κατά 16%.
Σε περίπτωση που αναρωτιέστε πώς θα καταλάβετε εάν το λίπος που έχετε στην κοιλιά είναι υποδόριο ή σπλαχνικό, μπορείτε να δείτε πώς θα τα ξεχωρίσετε παρακάτω:
- Το σπλαχνικό λίπος βρίσκεται βαθιά στην κοιλιά σας. Περιβάλλει τα όργανά σας. Το σπλαχνικό λίπος κάνει την κοιλιά να μοιάζει φουσκωμένη και να είναι πιο σκληρή στην αφή.
- Το υποδόριο λίπος βρίσκεται ακριβώς κάτω από το δέρμα σας. Είναι το λίπος που μπορείτε να πιάσετε και να τσιμπήσετε με τα δάχτυλά σας και έχει μαλακή αίσθηση. Μπορεί να υπάρχει στην κοιλιά, στα χέρια, στα πόδια, στους γλουτούς και σε άλλα σημεία του σώματος.








