Ο καρκίνος του παχέος εντέρου είναι ένας από τους συχνότερους καρκίνους στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του GLOBOCAN, στη χώρα μας ο καρκίνος του παχέος εντέρου αντιπροσώπευε το 11,2% των νέων διαγνώσεων καρκίνου και ήταν ο 4ος συχνότερος καρκίνος, αλλά η 2η συχνότερη αιτία θανάτου από καρκίνο στην Ελλάδα.
Ο John Ding, αναπληρωτής καθηγητής Γαστρεντερολογίας και εκπρόσωπος του οργανισμού Bowel Cancer Australia, έχει αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας του στην αντιμετώπιση της νόσου.
Όπως αποκάλυψε στο Medical Express ο Ding, από επιδημιολογική άποψη γίνεται συχνά διάκριση μεταξύ των περιστατικών που εμφανίζονται πριν και μετά την ηλικία των 50 ετών.
Ο κίνδυνος αυξάνεται σημαντικά μετά τα 50, αλλά ο καρκίνος του παχέος εντέρου μπορεί να εμφανιστεί και σε μικρότερη ηλικία. Μάλιστα, διεθνής μελέτη που εξέτασε στοιχεία από 50 χώρες και περιοχές διαπίστωσε αύξηση των περιστατικών σε άτομα κάτω των 50 ετών σε 27 από αυτές.
Γιατί, λοιπόν, αυξάνονται τα περιστατικά σε νεότερες ηλικίες και τι μπορεί να γίνει για να περιοριστούν;
Πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση;
Η έγκαιρη διάγνωση έχει καθοριστική σημασία.
Ο καρκίνος διακρίνεται σε 4 στάδια. Τα στάδια 1 και 2 συνδέονται γενικά με καλύτερη πρόγνωση, ενώ στα στάδια 3 και 4 η νόσος είναι πιο προχωρημένη.
«Το θετικό στην περίπτωση του καρκίνου του παχέος εντέρου είναι ότι, εάν εντοπιστεί αρκετά νωρίς, μπορεί να θεραπευτεί περίπου το 99% των ασθενών. Αυτό επιτυγχάνεται με την κολονοσκόπηση και τη χειρουργική επέμβαση», εξήγησε ο Ding.
Ένας όγκος που εντοπίζεται στο στάδιο 1 μπορεί να αφαιρεθεί προτού αρχίσει να εξαπλώνεται.
«Στα στάδια 3 και 4 η νόσος είναι πιο προχωρημένη», ανέφερε ο Ding. «Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι δυσκολότερο να θεραπευτεί».
Τι προκαλεί τον καρκίνο του παχέος εντέρου;
Όπως συμβαίνει με τους περισσότερους καρκίνους, τα ακριβή αίτια δεν είναι πάντα σαφή.
«Υπάρχουν γονίδια και σύνδρομα που ευθύνονται για την εμφάνιση καρκίνου του παχέος εντέρου σε νεαρή ηλικία. Όμως, αυτά αφορούν μόνο περίπου το ένα τέταρτο των περιστατικών. Οι σημαντικότεροι παράγοντες κινδύνου που εντοπίστηκαν πρόσφατα σε μελέτες δεν αποτελούν κάποια απροσδόκητη ανακάλυψη», τόνισε ο Ding.
Σε αυτούς περιλαμβάνονται το υπερβολικό βάρος, η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ, το κάπνισμα, η καθιστική ζωή και η υπερβολική κατανάλωση κόκκινου κρέατος και πολύ επεξεργασμένων τροφίμων.
Η σημασία της υγείας του εντέρου
«Ως γαστρεντερολόγος, συζητώ συνεχώς με τους ασθενείς για το πώς μπορούν να βελτιώσουν την υγεία του εντέρου τους. Τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα επηρεάζουν σημαντικά την υγεία του εντέρου και, κατά συνέπεια, μπορεί να συμβάλλουν στην αύξηση των περιστατικών καρκίνου του παχέος εντέρου», υπογράμμισε ο Ding.
Πιο συγκεκριμένα, ορισμένα συστατικά και συντηρητικά που χρησιμοποιούνται για να παρατείνουν τη διάρκεια ζωής των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά το μικροβίωμα του εντέρου.
«Το μικροβίωμα αρχίζει να αλλάζει όταν καταναλώνουμε όλα αυτά τα νόστιμα, αλλά βλαβερά για την υγεία μας τρόφιμα», επισήμανε ο Ding.
Το προστατευτικό στρώμα βλέννας του εντέρου μπορεί να υποστεί βλάβες, με αποτέλεσμα να μειωθεί η προστασία που παρέχει στα κύτταρα.
Τα συμπτώματα που πρέπει να προσέξετε
Τα 3 χαρακτηριστικά συμπτώματα του καρκίνου του παχέος εντέρου σε νεαρή ηλικία είναι το αίμα στα κόπρανα, μια σημαντική και επίμονη αλλαγή στις συνήθειες του εντέρου και ο ανεξήγητος πόνος στην κοιλιά.
«Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι όσοι εμφανίζουν αυτά τα σημάδια και συμπτώματα θα επισκεφθούν γιατρό, ώστε στη συνέχεια να παραπεμφθούν σε ειδικό για κολονοσκόπηση», είπε ο Ding.
Οι αλλαγές στον τρόπο ζωής μπορούν επίσης να έχουν σημαντικό αντίκτυπο. Η αύξηση της σωματικής δραστηριότητας, ο περιορισμός των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων και η κατανάλωση περισσότερων φυτικών ινών μπορούν να συμβάλουν στη μείωση του κινδύνου.
Ωστόσο, το αποτελεσματικότερο μέσο έγκαιρου εντοπισμού της νόσου παραμένει ο προσυμπτωματικός έλεγχος.
Προσυμπτωματικός έλεγχος για τον καρκίνο του παχέος εντέρου
Στην Ελλάδα, η κολονοσκόπηση παραμένει βασική εξέταση για την πρόληψη και την έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του παχέος εντέρου.
Η Ελληνική Γαστρεντερολογική Εταιρεία έχει υπογραμμίσει τον ρόλο της κολονοσκόπησης στον προσυμπτωματικό έλεγχο, επισημαίνοντας ότι η καλής ποιότητας κολονοσκόπηση προστατεύει από τον καρκίνο του παχέος εντέρου και μειώνει τη θνητότητα.
Σε δημόσια παρέμβασή της το 2022, η εταιρεία ανέφερε επίσης ότι, καθώς η μέση ηλικία διάγνωσης της νόσου μετατοπίζεται σε νεότερες ηλικίες, ενθαρρύνεται ο προσυμπτωματικός έλεγχος από την ηλικία των 45 ετών για άτομα με τυπικό κίνδυνο. Σε άτομα με οικογενειακό ιστορικό, ο έλεγχος μπορεί να ξεκινήσει από τα 40 ή 10 χρόνια νωρίτερα από την ηλικία διάγνωσης του συγγενή.
Παράλληλα, σήμερα εφαρμόζεται και το Εθνικό Πρόγραμμα Προσυμπτωματικού Ελέγχου για τον καρκίνο του παχέος εντέρου, το οποίο αφορά πολίτες 50 έως 69 ετών με ΑΜΚΑ, ασφαλισμένους και ανασφάλιστους. Το πρόγραμμα ξεκινά με δωρεάν self test κοπράνων, τα οποία ανιχνεύουν την παρουσία αίματος στα κόπρανα. Το Υπουργείο Υγείας διευκρινίζει ότι το self test δεν δείχνει αν κάποιος έχει καρκίνο, αλλά αν υπάρχει αιμορραγία στα κόπρανα, εύρημα που χρειάζεται περαιτέρω αξιολόγηση.
Σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος, εκδίδεται αυτόματα παραπεμπτικό για επίσκεψη σε γαστρεντερολόγο. Ο γιατρός αξιολογεί το ιστορικό, τα συμπτώματα και τα υπόλοιπα στοιχεία και αποφασίζει αν χρειάζεται κολονοσκόπηση. Εφόσον κριθεί απαραίτητη, εκδίδεται παραπεμπτικό για την εξέταση και συνταγή για τα καθαρτικά σκευάσματα της προετοιμασίας. Στο πλαίσιο του προγράμματος καλύπτονται δωρεάν το self test, η επίσκεψη στον γαστρεντερολόγο, η κολονοσκόπηση, η βιοψία και η αφαίρεση ευρημάτων, όταν είναι εφικτή.
Εάν έχετε αίμα στα κόπρανα, επίμονες αλλαγές στις κενώσεις ή ανεξήγητο κοιλιακό πόνο, δεν πρέπει να περιμένετε να φτάσετε στο ηλικιακό όριο του προγράμματος. Τα συμπτώματα χρειάζονται ιατρική διερεύνηση ανεξαρτήτως ηλικίας.
Το ίδιο ισχύει εάν έχετε στενό συγγενή με καρκίνο του παχέος εντέρου, ιδιαίτερα εάν η διάγνωση έγινε σε νεαρή ηλικία, ή εάν έχετε προσωπικό ιστορικό πολυπόδων, φλεγμονώδους νόσου του εντέρου ή κληρονομικού συνδρόμου. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να χρειάζεται νωρίτερη και συχνότερη κολονοσκόπηση.








