Τα φυτοφάρμακα, τα οποία βρίσκονται ευρέως σε τρόφιμα, νερό και στο περιβάλλον, ενδέχεται να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου, ιδιαίτερα μεταξύ κοινωνικά ευάλωτων πληθυσμών. Αυτό προκύπτει από νέα έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Health. Η μελέτη εντόπισε ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της έκθεσης σε γεωργικά φυτοφάρμακα και του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου, μέσω ανάλυσης περιβαλλοντικών δεδομένων, μητρώων καρκίνου και βιολογικών δειγμάτων στο Περού.
«Είναι η πρώτη φορά που καταφέρνουμε να συνδέσουμε, σε εθνική κλίμακα, την έκθεση σε φυτοφάρμακα με βιολογικές μεταβολές που υποδηλώνουν αυξημένο κίνδυνο καρκίνου», δήλωσε ο Στεφάν Μπερτανί, ερευνητής μοριακής βιολογίας στο Γαλλικό Εθνικό Ινστιτούτο Έρευνας για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη.
Οι συγγραφείς σημειώνουν ότι η πραγματική καρκινογόνος δράση των φυτοφαρμάκων δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητή, γεγονός που δυσχεραίνει την ακριβή αξιολόγηση κινδύνου και καθυστερεί την εφαρμογή αποτελεσματικών μέτρων δημόσιας υγείας. Με στόχο να καλύψουν αυτό το κενό, οι ερευνητές εντόπισαν περιοχές στο Περού όπου οι κάτοικοι είναι πιο πιθανό να εκτεθούν σε φυτοφάρμακα και ταυτόχρονα παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά συγκεκριμένων μορφών καρκίνου. Διαπιστώθηκε ότι ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου σε αυτές τις περιοχές ήταν αυξημένος κατά 150%.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία μεταξύ του Γαλλικού Εθνικού Ινστιτούτου Έρευνας για την Ανάπτυξη στο Περού, του Ινστιτούτου Παστέρ, του Πανεπιστημίου της Τουλούζης και του Εθνικού Ινστιτούτου Νεοπλασματικών Νοσημάτων του Περού.
Η ερευνητική ομάδα μοντελοποίησε τη διασπορά των φυτοφαρμάκων στο περιβάλλον σε διάστημα έξι ετών (2014–2019), δημιουργώντας έναν υψηλής ανάλυσης χάρτη των περιοχών με τον μεγαλύτερο κίνδυνο έκθεσης. Όπως εξήγησε ο επιδημιολόγος Χόρχε Χόνλες από το Πανεπιστήμιο της Τουλούζης, περιοχές μέτριου και υψηλού κινδύνου καλύπτουν περισσότερο από το ένα τρίτο της εθνικής επικράτειας, ενώ η ρύπανση εκτείνεται έως και 30–50 χιλιόμετρα πέρα από τις καλλιεργούμενες εκτάσεις λόγω μεταφοράς σε μεγάλες αποστάσεις.
Οι ερευνητές συνέκριναν τα δεδομένα έκθεσης με μητρώα καρκίνου που περιλάμβαναν περισσότερους από 150.000 ασθενείς, οι οποίοι διαγνώστηκαν την περίοδο 2007–2020.
Οι υψηλότεροι κίνδυνοι εντοπίστηκαν κυρίως στις ορεινές περιοχές των Άνδεων και στις πλαγιές, ιδιαίτερα σε περιοχές με χαμηλές βροχοπτώσεις, όπου τα φυτοφάρμακα τείνουν να συσσωρεύονται περισσότερο.
Σε μοριακό επίπεδο, διαπιστώθηκε ότι τα φυτοφάρμακα διαταράσσουν βασικές λειτουργίες των κυττάρων και την ταυτότητά τους. Οι αλλαγές αυτές μπορεί να εμφανιστούν πριν από την εκδήλωση καρκίνου, υποδηλώνοντας πρώιμες, αθόρυβες και σωρευτικές επιδράσεις που καθιστούν τους ιστούς πιο ευάλωτους σε άλλους παράγοντες κινδύνου, όπως λοιμώξεις, φλεγμονές ή περιβαλλοντικό στρες.
Συνδέονται τα φυτοφάρμακα με όλους τους τύπους καρκίνου;
Η μελέτη δείχνει ότι ορισμένοι όγκοι, παρότι επηρεάζουν διαφορετικά όργανα, παρουσιάζουν κοινές βιολογικές ευπάθειες που ενδέχεται να επιδεινώνονται από την έκθεση σε φυτοφάρμακα. Οι πιο εκτεθειμένες περιοχές σχετίζονται με επιθηλιακούς καρκίνους ενδοδερμικής και εξωδερμικής προέλευσης, οι οποίοι είναι οι πιο συχνοί στους ενήλικες και επηρεάζουν κυρίως το γαστρεντερικό σύστημα, τους πνεύμονες και το δέρμα.
Στο Περού, το ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα, η πιο συχνή μορφή καρκίνου του ήπατος, εμφανίζεται δυσανάλογα σε νεαρά άτομα χωρίς κίρρωση, κυρίως σε πληθυσμούς ιθαγενικής καταγωγής και ιδιαίτερα σε κεντρικές περιοχές όπως η Χουνίν.
Το ήπαρ θεωρείται βασικό όργανο μεταβολισμού χημικών ουσιών και λειτουργεί ως «δείκτης» περιβαλλοντικής έκθεσης. Αν και στο παρελθόν το συγκεκριμένο μοτίβο είχε συνδεθεί με λανθάνουσα λοίμωξη από ηπατίτιδα Β, η μελέτη διαπίστωσε ότι οι περιοχές με αυξημένα περιστατικά καρκίνου του ήπατος συνέπιπταν με περιοχές υψηλής έκθεσης σε φυτοφάρμακα. Επιπλέον, μη καρκινικοί ιστοί του ήπατος παρουσίαζαν μοριακά χαρακτηριστικά πρώιμης έκθεσης σε καρκινογόνες ουσίες.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι η εκτεταμένη παρουσία φυτοφαρμάκων στο περιβάλλον καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη τη χαρτογράφηση της πραγματικής έκθεσης. Σε περιοχές όπου συνυπάρχουν εντατική γεωργία, μη βιώσιμη διαχείριση γης και περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, η διασπορά των φυτοφαρμάκων μπορεί να επιδεινώσει περιβαλλοντικές και κοινωνικές ανισότητες.
Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν την ανάγκη ενσωμάτωσης της κοινωνικο-οικολογικής δικαιοσύνης στις ρυθμιστικές πολιτικές, ως βασικό βήμα για τη μείωση της περιβαλλοντικής βλάβης και την προστασία των ευάλωτων πληθυσμών από καρκίνους που σχετίζονται με περιβαλλοντικούς παράγοντες.








