Οι ρίζες της άνοιας φαίνεται να ξεκινούν από την παιδική ηλικία

Οι ρίζες της άνοιας φαίνεται να ξεκινούν από την παιδική ηλικία
Rod Long / Unsplash
Πέμπτη, 07/05/2026 - 06:12

Πώς ο τρόπος ζωής, η έκθεση στη ρύπανση, οι εγκεφαλικές κακώσεις και άλλοι παράγοντες συνδέονται με την άνοια.

Η άνοια συνδέεται συχνά με την τρίτη ηλικία, όμως δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Ορισμένοι παράγοντες κινδύνου μπορεί να ξεκινούν ακόμη και πριν από τη γέννηση, ενώ άλλοι εμφανίζονται σταδιακά από την παιδική ηλικία έως και τη νεαρή ενήλικη ζωή.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτή ίσως είναι και η πιο σημαντική περίοδος για πρόληψη και παρέμβαση.

Προηγούμενες μελέτες έχουν εντοπίσει διάφορους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου για άνοια. Ωστόσο, η προσπάθεια αλλαγής τους όταν η νευροεκφύλιση έχει ήδη ξεκινήσει δεν φαίνεται να προσφέρει σημαντικό όφελος. Για αυτόν τον λόγο, οι επιστήμονες στρέφουν πλέον το ενδιαφέρον τους στα πρώτα στάδια της ζωής, αναζητώντας παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να μειώσουν τον κίνδυνο άνοιας αργότερα.

Ποιοι παράγοντες αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης άνοιας αργότερα στη ζωή

Μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet Healthy Longevity εντόπισε ορισμένους παράγοντες που σχετίζονται με τη γέννηση και συνδέονται με ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο άνοιας στη μετέπειτα ζωή.

Αν και κάποιοι από αυτούς, όπως η κοινή κύηση με δίδυμο αδελφό ή αδελφή, δεν μπορούν να ελεγχθούν, άλλοι, όπως το μικρό χρονικό διάστημα μεταξύ γεννήσεων ή η εγκυμοσύνη μετά τα 35 έτη, ενδέχεται να επηρεάζουν τις αποφάσεις των γονέων.

Παράλληλά, ορισμένοι από τους παράγοντες κινδύνου που εντοπίστηκαν μπορεί να φαίνονται αναμενόμενοι. Για παράδειγμα, το αλκοόλ και το κάπνισμα είναι γνωστό ότι επηρεάζουν αρνητικά τη συνολική υγεία, ενώ ένας τραυματισμός στον εγκέφαλο αποτελεί άμεσο παράγοντα κινδύνου για άνοια αργότερα στη ζωή.

Άλλοι παράγοντες όμως λειτουργούν πιο έμμεσα. Η απώλεια ακοής ή όρασης, για παράδειγμα, έχει επίσης συνδεθεί με την άνοια, πιθανώς λόγω εκφύλισης του εγκεφάλου ή κοινωνικής απομόνωσης.

Μια άλλη μελέτη επίσης εξέτασε παράγοντες κινδύνου σε νεαρούς ενήλικες ηλικίας 18 έως 39 ετών.

Ανάμεσα στους παράγοντες κινδύνου που εντόπισαν οι ερευνητές περιλαμβάνονται συνήθειες του τρόπου ζωής, όπως η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, το κάπνισμα, η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας και η κοινωνική απομόνωση.

Άλλοι παράγοντες σχετίζονται με το περιβάλλον, όπως η έκθεση στη ρύπανση, οι τραυματικές εγκεφαλικές κακώσεις, η απώλεια ακοής ή όρασης και το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Παράλληλα, προβλήματα υγείας όπως η παχυσαρκία, ο διαβήτης, η υπέρταση, η LDL χοληστερίνη και η κατάθλιψη μπορεί επίσης να αυξάνουν τον κίνδυνο.

Συνολικά, οι ερευνητές εκτιμούν ότι πολλοί από αυτούς τους παράγοντες είναι τροποποιήσιμοι και ότι η πρόληψη της άνοιας μπορεί να ξεκινά πολύ νωρίτερα στη ζωή από όσο πιστεύουν οι περισσότεροι.

«Μπορεί οι ρίζες της άνοιας να φτάνουν μέχρι την παιδική ή ακόμη και τη βρεφική ηλικία; Τα ολοένα και περισσότερα στοιχεία δείχνουν πως ναι και ότι η έκθεση σε παράγοντες κινδύνου κατά την πρώτη δεκαετία της ζωής ή ακόμη και κατά την ενδομήτρια περίοδο μπορεί να επηρεάζει τον κίνδυνο άνοιας σε όλη τη διάρκεια της ζωής», εξήγησε η ομάδα σε άρθρο που δημοσιεύθηκε πέρυσι στο The Conversation.

Οι γνωστικές ικανότητες στην παιδική ηλικία μπορεί να επηρεάσουν τις επιδόσεις στη μετέπειτα ζωή

Το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας για την άνοια εστιάζει δικαιολογημένα στις αλλαγές που σχετίζονται με τη γνωστική έκπτωση σε μεγαλύτερη ηλικία. Όμως, αυξάνονται τα στοιχεία που δείχνουν ότι πολλές από τις διαφορές στη δομή και τη λειτουργία του εγκεφάλου που σχετίζονται με την άνοια στους ηλικιωμένους μπορεί να υπήρχαν ήδη, τουλάχιστον εν μέρει, από την παιδική ηλικία.

«Η νεαρή ενήλικη ζωή αποτελεί μια κρίσιμη περίοδο παρέμβασης που θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο άνοιας αργότερα στη ζωή. Για να έχουμε καλύτερα αποτελέσματα για την υγεία του εγκεφάλου, οι νεαροί ενήλικες πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στην έρευνα, την εκπαίδευση και τη διαμόρφωση πολιτικών υγείας», ανέφερε σχετικά η νευροεπιστήμονας Francesca Farina από το Global Brain Health Institute.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, υπάρχουν αρκετά παραδείγματα που ενισχύουν αυτή τη θεωρία.

«Σε μακροχρόνιες μελέτες, όπου οι γνωστικές ικανότητες των ανθρώπων παρακολουθούνταν σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους, ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που εξηγούν τις γνωστικές επιδόσεις ενός ατόμου στην ηλικία των 70 ετών είναι οι γνωστικές του ικανότητες στην ηλικία των 11 ετών», εξήγησαν οι συγγραφείς της μελέτης.

«Με άλλα λόγια, οι ηλικιωμένοι με χαμηλότερες γνωστικές επιδόσεις συχνά είχαν χαμηλότερες επιδόσεις ήδη από την παιδική ηλικία και οι διαφορές αυτές δεν οφείλονται αποκλειστικά σε ταχύτερη έκπτωση σε μεγαλύτερη ηλικία».

Ένα ακόμη στοιχείο είναι οι ενδείξεις εγκεφαλικών τραυματισμών ή ανωμαλιών αργότερα στη ζωή, οι οποίες μπορεί να συνδέονται με περιστατικά ή συμπεριφορές της νεαρής ηλικίας.

«Παρόμοια μοτίβα παρατηρούνται και στις απεικονιστικές εξετάσεις του εγκεφάλου, όπου ορισμένες αλλαγές φαίνεται να σχετίζονται περισσότερο με παράγοντες κινδύνου στην πρώιμη ζωή παρά με τις σημερινές ανθυγιεινές συνήθειες», ανέφεραν οι συγγραφείς.

«Συνολικά, ίσως έχει έρθει η στιγμή η πρόληψη της άνοιας να αντιμετωπίζεται ως ένας στόχος που αφορά όλη τη διάρκεια της ζωής και όχι μόνο τα γηρατειά».

Τελευταία τροποποίηση στις 06/05/2026 - 21:14