Γιατί κάποια μωρά περπατούν αργότερα από άλλα, σύμφωνα με την επιστήμη

Γιατί κάποια μωρά περπατούν αργότερα από άλλα, σύμφωνα με την επιστήμη
Pexels/www.kaboompics.com
Πέμπτη, 07/05/2026 - 06:44

Η ηλικία κατά την οποία ένα μωρό αρχίζει να περπατά επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες.

Τα πρώτα βήματα ενός μωρού αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά αναπτυξιακά ορόσημα. Ωστόσο, η ηλικία κατά την οποία ένα παιδί αρχίζει να περπατά διαφέρει σημαντικά. Ενώ ορισμένα μωρά κάνουν τα πρώτα τους βήματα πριν τον πρώτο χρόνο ζωής, άλλα μπορεί να φτάσουν σε αυτό το στάδιο αρκετούς μήνες αργότερα, χωρίς αυτό να αποτελεί απαραίτητα λόγο ανησυχίας.

Σε ευρήματα που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Nature Human Behaviour, η ομάδα, από τα πανεπιστήμια του Surrey και του Essex, υποστήριξε ότι η γενετική ευθύνεται περίπου για το ένα τέταρτο των διαφορών στο πότε τα παιδιά αρχίζουν να περπατούν.

Τα περισσότερα μωρά κάνουν τα πρώτα τους βήματα μεταξύ 8 και 24 μηνών, ένα εύρος που θεωρείται φυσιολογικό από τους ειδικούς. Η μεγάλη αυτή χρονική απόκλιση εξηγεί γιατί δεν υπάρχει μία «σωστή» ηλικία για το πότε περπατάνε τα μωρά. Κάθε παιδί ακολουθεί τον δικό του ρυθμό ανάπτυξης, ο οποίος καθορίζεται από έναν συνδυασμό βιολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.

Πέρα από τη γενετική, σημαντικό ρόλο παίζει και η ανάπτυξη του νευρικού συστήματος. Τα γονίδια που σχετίζονται με το περπάτημα φαίνεται να επηρεάζουν και την ωρίμανση του εγκεφάλου. Αυτό σημαίνει ότι η κινητική ανάπτυξη δεν λειτουργεί απομονωμένα, αλλά συνδέεται στενά με τη συνολική νευροαναπτυξιακή πορεία του παιδιού, σύμφωνα με την Independent.

Επιπλέον, παράγοντες όπως η μυϊκή δύναμη, η ισορροπία, ο συντονισμός κινήσεων και η ιδιοσυγκρασία του παιδιού μπορούν να επηρεάσουν τον χρόνο κατά τον οποίο θα επιχειρήσει να περπατήσει. Για παράδειγμα, κάποια μωρά είναι πιο επιφυλακτικά και χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να αισθανθούν ασφάλεια, ενώ άλλα εμφανίζουν μεγαλύτερη κινητική τόλμη.

Ένα ενδιαφέρον εύρημα της πρόσφατης έρευνας είναι ότι η ελαφρώς καθυστερημένη έναρξη της βάδισης, όταν βρίσκεται εντός του φυσιολογικού εύρους, δεν συνδέεται απαραίτητα με αρνητικά αναπτυξιακά αποτελέσματα. Αντιθέτως, φαίνεται να σχετίζεται γενετικά με χαμηλότερη πιθανότητα εμφάνισης διαταραχής ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), καθώς και με καλύτερες επιδόσεις σε γνωστικούς τομείς.

Το εύρημα αυτό βοηθά να μειωθεί το άγχος πολλών γονέων, οι οποίοι συχνά ανησυχούν ότι το παιδί τους «καθυστερεί» ή ότι έχουν κάνει κάποιο λάθος στην ανατροφή του. Η επιστήμη δείχνει ξεκάθαρα ότι οι διαφορές αυτές είναι, σε μεγάλο βαθμό, φυσιολογικές και αναμενόμενες.

Παρόλα αυτά, είναι σημαντικό να γνωρίζετε πότε απαιτείται αξιολόγηση από ειδικό. Αν ένα παιδί δεν έχει ξεκινήσει να περπατά μετά τους 18–24 μήνες ή αν παρουσιάζει συνολικά καθυστέρηση σε πολλαπλά αναπτυξιακά ορόσημα, τότε συνιστάται να συμβουλευτείτε παιδίατρο ή αναπτυξιολόγο. Η έγκαιρη αξιολόγηση μπορεί να εντοπίσει πιθανές δυσκολίες και να εξασφαλίσει την κατάλληλη υποστήριξη.

Για να υποστηρίξετε τη φυσιολογική κινητική ανάπτυξη του παιδιού σας, είναι σημαντικό να του παρέχετε ένα ασφαλές περιβάλλον για εξερεύνηση και κίνηση. Ο χρόνος στο πάτωμα, τα παιχνίδια που ενθαρρύνουν τη μετακίνηση και η αποφυγή υπερβολικής χρήσης περιοριστικών μέσων, όπως περπατούρες, μπορούν να συμβάλουν θετικά.

Τελευταία τροποποίηση στις 06/05/2026 - 21:17