Όταν περιορίζετε τους υδατάνθρακες κάτω από τις πραγματικές ανάγκες του οργανισμού σας, ενεργοποιούνται διάφοροι ορμονικοί μηχανισμοί με στόχο να διατηρηθεί η ενέργεια και να συνεχίσει να λειτουργεί φυσιολογικά το σώμα.
Κάποιες από αυτές τις προσαρμογές μπορεί να αποδειχθούν χρήσιμες βραχυπρόθεσμα, ωστόσο όταν διατηρούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα είναι πιθανό να επηρεάσουν αρνητικά την ενέργεια, τη διάθεση, την όρεξη και τον έλεγχο του σακχάρου στο αίμα.
1. Η χαμηλή πρόσληψη υδατανθράκων μπορεί να αυξήσει την κορτιζόλη
Οι υδατάνθρακες λειτουργούν ως σήμα ασφάλειας για τον οργανισμό, καθώς προσφέρουν αίσθημα κορεσμού μετά το γεύμα και παρέχουν άμεσα διαθέσιμα καύσιμα για ενέργεια. Όταν η πρόσληψή τους μειώνεται σημαντικά, το σώμα συχνά αυξάνει την παραγωγή κορτιζόλης ώστε να απελευθερώσει αποθηκευμένη γλυκόζη και να καλύψει τις ενεργειακές ανάγκες.
Η αντίδραση αυτή αποτελεί μέρος της φυσιολογικής απόκρισης στο στρες, όμως όταν τα επίπεδα κορτιζόλης παραμένουν αυξημένα για μεγάλο χρονικό διάστημα, μπορεί να δημιουργήσουν αίσθημα υπερέντασης, επίμονη κόπωση ή αυξημένη πείνα σε σχέση με το συνηθισμένο.
Εάν οι υδατάνθρακες παραμένουν σταθερά χαμηλοί, ο οργανισμός μπορεί να βασίζεται όλο και περισσότερο στην κορτιζόλη για τη ρύθμιση του σακχάρου και τη διατήρηση της ενέργειας, κάτι που επηρεάζει αισθητά την καθημερινότητα.
Αυτό μπορεί να εκδηλωθεί ως:
- Αυξημένο στρες, ακόμη και χωρίς εμφανή συναισθηματικά ερεθίσματα.
- Έντονες πτώσεις ενέργειας μέσα στην ημέρα ή αίσθημα κόπωσης με ταυτόχρονη υπερένταση το βράδυ.
- Πιο συχνές λιγούρες, ιδιαίτερα για ζάχαρη ή γρήγορες πηγές ενέργειας.
2. Οι ορμόνες του θυρεοειδούς μπορεί να επιβραδυνθούν
Η σωστή ρύθμιση της γλυκόζης και η επαρκής πρόσληψη υδατανθράκων είναι απαραίτητες για τη φυσιολογική μετατροπή της T4 στην ενεργή της μορφή, την T3, δηλαδή τις ορμόνες που ρυθμίζουν τον μεταβολισμό, τη χρήση της ενέργειας, την ανάπτυξη και τη θερμοκρασία του σώματος.
Όταν οι υδατάνθρακες περιορίζονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, αυτή η μετατροπή μπορεί να επιβραδυνθεί, γεγονός που επηρεάζει τον μεταβολικό ρυθμό και τη συνολική ενεργητικότητα. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων μπορούν να μειώσουν τα επίπεδα της T3 ανεξάρτητα από τη συνολική πρόσληψη θερμίδων.
Για πολλούς ανθρώπους, αυτές οι αλλαγές δεν είναι έντονες αλλά γίνονται αισθητές μέσα από πιο διακριτά συμπτώματα, όπως:
- Αίσθημα ότι κρυώνουν πιο εύκολα από το συνηθισμένο.
- Επίμονη κόπωση.
- Στασιμότητα στην απώλεια βάρους, παρά τη συνέπεια στη διατροφή.
3. Η ινσουλίνη και η γλυκαγόνη αλλάζουν μοτίβα
Όταν η πρόσληψη υδατανθράκων μειώνεται έντονα, οι βασικές ορμόνες που ρυθμίζουν το σάκχαρο στο αίμα, η ινσουλίνη και η γλυκαγόνη, προσαρμόζονται γρήγορα ώστε να διατηρηθούν σταθερά τα επίπεδα γλυκόζης, κάτι που όμως μπορεί να κάνει την ενέργεια λιγότερο προβλέψιμη.
Η ινσουλίνη μειώνεται φυσιολογικά σε δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων, καθώς υπάρχει λιγότερη γλυκόζη προς διαχείριση, ενώ ταυτόχρονα η γλυκαγόνη αυξάνεται για να απελευθερώσει αποθέματα γλυκογόνου και να παραχθεί νέα γλυκόζη στο συκώτι.
Αυτό συχνά γίνεται αντιληπτό μέσα από:
- Χαμηλή ενέργεια, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της άσκησης.
- Αίσθημα τρεμουλιάσματος, ζάλης ή ευερεθιστότητας ανάμεσα στα γεύματα.
- Πιο έντονα σήματα πείνας όταν καθυστερεί το επόμενο γεύμα.
4. Η ευαισθησία στη λεπτίνη μπορεί να βελτιωθεί
Με τη μείωση της πρόσληψης υδατανθράκων, τα επίπεδα της λεπτίνης, της ορμόνης του κορεσμού, συχνά υποχωρούν, χωρίς αυτό να οδηγεί απαραίτητα σε αυξημένη πείνα. Καθώς ο οργανισμός προσαρμόζεται σταδιακά σε μια σταθερά χαμηλότερη πρόσληψη υδατανθράκων, οι ορμόνες που ρυθμίζουν την όρεξη και τον κορεσμό αναδιαμορφώνονται.
Πολλοί άνθρωποι που ακολουθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων ή κετογονικές δίαιτες εμφανίζουν βελτιωμένη ευαισθησία στη λεπτίνη, γεγονός που επιτρέπει στον εγκέφαλο να αναγνωρίζει πιο αποτελεσματικά το αίσθημα πληρότητας, ακόμη και με χαμηλότερα επίπεδα της ορμόνης.
Παράλληλα, η γκρελίνη συχνά παραμένει σταθερή ή μειώνεται, ενώ άλλες ορμόνες κορεσμού, όπως η χολοκυστοκινίνη, μπορεί να αυξηθούν, διευκολύνοντας τον κορεσμό με μικρότερα γεύματα.
Αυτό μπορεί να εκδηλωθεί ως:
- Αίσθημα πληρότητας νωρίτερα μέσα στο γεύμα.
- Λιγότερες λιγούρες ανάμεσα στα γεύματα.
- Πιο σταθερή και προβλέψιμη όρεξη.
5. Οι αναπαραγωγικές ορμόνες μπορεί να επηρεαστούν
Σε ορισμένες γυναίκες, η σταθερά χαμηλή πρόσληψη υδατανθράκων μπορεί να λειτουργήσει ως σήμα ότι η συνολική ενέργεια που λαμβάνει το σώμα δεν επαρκεί για τη φυσιολογική αναπαραγωγική λειτουργία.
Αυτό μπορεί να μειώσει την έκκριση της GnRH από τον εγκέφαλο, οδηγώντας σε χαμηλότερα επίπεδα ωχρινοτρόπου και ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης, οι οποίες είναι απαραίτητες για την ωορρηξία και τη διατήρηση τακτικού έμμηνου κύκλου. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται συχνά σε καταστάσεις χαμηλής ενεργειακής διαθεσιμότητας και συνδέεται με τη λειτουργική υποθαλαμική αμηνόρροια, όπου ο εγκέφαλος μειώνει τα σήματα που ενεργοποιούν την έμμηνο ρύση λόγω στρες.
Η μείωση της λεπτίνης παίζει επίσης ρόλο, καθώς η ορμόνη αυτή βοηθά τον εγκέφαλο να αξιολογήσει αν υπάρχουν επαρκή ενεργειακά αποθέματα για αναπαραγωγή, ενώ μελέτες δείχνουν ότι απαιτείται ένα ελάχιστο επίπεδο λεπτίνης για τη διατήρηση φυσιολογικών κύκλων.
Όταν η λεπτίνη μειώνεται λόγω χαμηλής πρόσληψης υδατανθράκων ή ανεπαρκούς καυσίμου, οι κύκλοι μπορεί να γίνουν ακανόνιστοι ακόμη κι αν η συνολική πρόσληψη θερμίδων φαίνεται επαρκής.
Ενδείξεις περιλαμβάνουν:
- Ακανόνιστους ή απούσες εμμηνορρυσιακές περιόδους.
- Πιο έντονα συμπτώματα προεμμηνορροϊκού συνδρόμου.
- Μειωμένη ενέργεια στο δεύτερο μισό του κύκλου, τη λεγόμενη ωχρινική φάση.
6. Η σεροτονίνη μπορεί να μειωθεί, επηρεάζοντας τη διάθεση
Οι υδατάνθρακες παίζουν άμεσο ρόλο στη μεταφορά της τρυπτοφάνης στον εγκέφαλο, όπου μετατρέπεται σε σεροτονίνη, έναν νευροδιαβιβαστή που συμμετέχει στη ρύθμιση της διάθεσης, της όρεξης, του ύπνου και της συναισθηματικής ισορροπίας.
Έρευνες δείχνουν ότι η πρόσληψη υδατανθράκων επηρεάζει τα μονοπάτια της σεροτονίνης και τα σήματα κορεσμού, ενώ όταν οι υδατάνθρακες περιορίζονται, η παραγωγή σεροτονίνης μπορεί να μειωθεί, με επιπτώσεις όχι μόνο στη διάθεση αλλά και στη συνολική καθημερινή λειτουργικότητα.
Αυτό μπορεί να εκδηλωθεί ως:
- Ευερεθιστότητα, χαμηλή διάθεση ή καταθλιπτικά συμπτώματα.
- Δυσκολία στη χαλάρωση και την αποφόρτιση πριν τον ύπνο.
- Έντονες λιγούρες για τρόφιμα πλούσια σε υδατάνθρακες.








