Τεχνητά γλυκαντικά: Πώς επηρεάζουν το μεταβολισμό και την όρεξη

Τεχνητά γλυκαντικά: Πώς επηρεάζουν το μεταβολισμό και την όρεξη
Elena Leya / Unsplash
Παρασκευή, 20/03/2026 - 19:27

Τα τεχνητά γλυκαντικά αυξάνουν την όρεξη ή την πρόσληψη τροφής;

Τα τεχνητά γλυκαντικά επηρεάζουν πράγματι την όρεξη και οδηγούν σε υπερκατανάλωση τροφής ή μπορούν να περιορίσουν την επιθυμία για γλυκό χωρίς να αυξάνουν την πρόσληψη; Μια νέα ελεγχόμενη μελέτη εξετάζει αυτή τη διαχρονική συζήτηση.

Μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nutrients διερεύνησε αν τα γλυκαντικά και οι ενισχυτές γλυκύτητας επηρεάζουν τη ρύθμιση της όρεξης, εξετάζοντας πιθανούς μηχανισμούς όπως η ενεργοποίηση των υποδοχέων γλυκιάς γεύσης, πέρα από την ίδια την αντίληψη της γλυκύτητας.

Οι επιδράσεις των γλυκαντικών στο μεταβολισμό και την όρεξη

Οι τεχνητές γλυκαντικές ουσίες (ασπαρτάμη, σουκραλόζη, ζαχαρίνη, ξυλιτόλη, σορβιτόλη, μαλτιτόλη, ερυθρυτόλη κ.ά.) δίνουν μια γλυκιά γεύση σε τροφές και ροφήματα χωρίς αντίστοιχη αύξηση σε θερμίδες ή γλυκαιμικό φορτίο. Ωστόσο, οι επιδράσεις τους στη ρύθμιση της όρεξης και στον ενεργειακό μεταβολισμό παραμένουν ασαφείς.

Οι συστάσεις των οργανισμών για τα γλυκαντικά διαφέρουν. Ο ΠΟΥ συνιστά με επιφύλαξη την αποφυγή των μη θερμιδικών γλυκαντικών για τον έλεγχο του βάρους, επικαλούμενος έλλειψη επαρκών στοιχείων για μακροπρόθεσμη μείωση του σωματικού λίπους και πιθανούς κινδύνους για μη μεταδοτικά νοσήματα.

Αντίθετα, μια ομάδα ειδικών το 2020 κατέληξε ότι δεν υπάρχουν αρνητικές επιδράσεις στο βάρος ή στη ρύθμιση της γλυκόζης. Η διαφορά αυτή σχετίζεται κυρίως με το είδος των δεδομένων που αξιολογεί κάθε πλευρά, καθώς ο ΠΟΥ δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα σε παρατηρητικές μελέτες, ενώ οι ειδικοί σε τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές.

Έχουν προταθεί διάφοροι μηχανισμοί μέσω των οποίων οι ενισχυτές γλυκύτητας ενδέχεται να επηρεάζουν τη ρύθμιση της όρεξης, όπως η ενεργοποίηση των υποδοχέων γλυκιάς γεύσης, η διαταραχή του μικροβιώματος του εντέρου και οι μη συγχρονισμένες αποκρίσεις της κεφαλικής φάσης. Προηγούμενες μελέτες έδειξαν ότι ορισμένα μη θερμιδικά γλυκαντικά μπορεί να φτάνουν στον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι αυτό θα μπορούσε να επηρεάζει τον ιππόκαμπο. Όμως, τα διαθέσιμα στοιχεία προέρχονται κυρίως από μελέτες σε ζώα και εργαστηριακά μοντέλα, ενώ τα δεδομένα από τυχαιοποιημένες μελέτες σε ανθρώπους είναι περιορισμένα και δεν επιβεβαιώνουν σε μεγάλο βαθμό αυτή την υπόθεση.

Πώς έγινε η μελέτη

Στόχος της μελέτης ήταν να εξεταστούν οι άμεσες επιδράσεις ενός μείγματος ακεσουλφάμης καλίου και κυκλαμικού νατρίου (Ace-K/Cyc) στην αίσθηση της όρεξης και στην ενεργειακή πρόσληψη, σε σύγκριση με το νερό. Πρόκειται για δύο συνθετικά μη θερμιδικά γλυκαντικά.

Η αξιολόγηση έγινε στην αρχή της μελέτης, μετά από 2 μήνες απώλειας βάρους και μετά από 4 μήνες διατήρησης του βάρους, ενώ λήφθηκε υπόψη και η γευστικότητα ως πιθανός παράγοντας που επηρεάζει τα αποτελέσματα.

Στη μελέτη συμμετείχαν υπέρβαρα και παχύσαρκα άτομα ηλικίας 18 έως 60 ετών και συνήθη κατανάλωση προϊόντων με ζάχαρη. Εξαιρέθηκαν άτομα με χρόνιες παθήσεις ή που λάμβαναν φαρμακευτική αγωγή που θα μπορούσε να επηρεάσει τα αποτελέσματα.

Η κύρια μελέτη περιλάμβανε 4 ημέρες αξιολόγησης στους μήνες 0, 2, 6 και 12. Κατά τη φάση απώλειας βάρους, οι συμμετέχοντες ακολούθησαν δίαιτα χαμηλής με στόχο μείωση πάνω από 5% του σωματικού βάρους. Στη συνέχεια, ακολούθησαν μια υγιεινή διατροφή και χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες: μία που κατανάλωνε τρόφιμα και ροφήματα με τεχνητά γλυκαντικά και μία που τα απέφευγε όμως κατανάλωνε τροφές με ζάχαρη.

Σε κάθε ημέρα, οι συμμετέχοντες κατανάλωναν ένα τυποποιημένο πρωινό και στη συνέχεια ένα ρόφημα με τεχνητά γλυκαντικά ή νερό. Κάθε δοκιμή διαρκούσε 6 ώρες και είχε προηγηθεί νηστεία τουλάχιστον 10 ωρών, χωρίς άσκηση, καφέ ή κάπνισμα. Μετά από 15 λεπτά ξεκούρασης, καταγράφηκαν το σωματικό βάρος, η αίσθηση της όρεξης και λήφθηκαν δείγματα αίματος.

Η όρεξη και η γευστικότητα αξιολογήθηκαν 10 φορές μέσα στην ημέρα.

Τα τεχνητά γλυκαντικά δεν φαίνεται να αυξάνουν την όρεξη ή να οδηγούν σε υπερκατανάλωση

Οι μετρήσεις της όρεξης σε κατάσταση νηστείας ήταν γενικά παρόμοιες μεταξύ των ομάδων. Μόνο στην πρώτη ημέρα καταγράφηκε χαμηλότερη πείνα στην ομάδα των τεχνητών γλυκαντικών, αλλά αυτό δεν επιβεβαιώθηκε στις επόμενες μετρήσεις και δεν επηρέασε την ευεξία.

Το αίσθημα πληρότητας και κορεσμού δεν παρουσίασε σημαντικές διαφορές σε καμία χρονική στιγμή ή ημέρα δοκιμής, ακόμη και μετά τη διόρθωση για τη γεύση.

Παρατηρήθηκε επίδραση του χρόνου και του γεύματος στην πείνα, αλλά χωρίς πιο σύνθετες αλληλεπιδράσεις.

Σε επιμέρους αναλύσεις, η ομάδα των τεχνητών γλυκαντικών ανέφερε χαμηλότερη πείνα σε σύγκριση με την ομάδα που δεν τα κατανάλωνε, περίπου 2 έως 2,5 ώρες μετά το ρόφημα. Εντούτοις, αυτή η διαφορά μειώθηκε όταν λήφθηκε υπόψη η γεύση και συνολικά δεν υπήρξαν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των ομάδων.

Το πρωινό αξιολογήθηκε εξίσου θετικά και από τις δύο ομάδες. Αντίθετα, το ρόφημα με γλυκαντικά θεωρήθηκε λιγότερο γευστικό σε όλες τις δοκιμές και λιγότερο ελκυστικό οπτικά στην αρχή της μελέτης, σε σύγκριση με το νερό.

Αν και το ρόφημα με γλυκαντικά δεν άρεσε το ίδιο, οι συμμετέχοντες δεν κατανάλωσαν περισσότερη τροφή στη συνέχεια. Η συνολική ενεργειακή πρόσληψη παρέμεινε ίδια, γεγονός που δείχνει ότι δεν υπήρξε αντισταθμιστική κατανάλωση.

Τι σημαίνουν όλα αυτά

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το ρόφημα με γλυκαντικά, παρότι αξιολογήθηκε ως λιγότερο ευχάριστο σε σύγκριση με το νερό, μείωσε σταθερά την επιθυμία για κατανάλωση γλυκού, τόσο άμεσα όσο και κατά τη διάρκεια της απώλειας και της διατήρησης βάρους, ακόμη και όταν λήφθηκε υπόψη η επίδραση της γεύσης.

Όσον αφορά την πείνα και τον κορεσμό, δεν παρατηρήθηκαν ουσιαστικές ή σταθερές διαφορές μεταξύ των ομάδων, καθώς τα περισσότερα αποτελέσματα ήταν παρόμοια σε όλα τα χρονικά σημεία. Σε ορισμένες μεμονωμένες μετρήσεις καταγράφηκε ελαφρώς χαμηλότερη πείνα μετά το ρόφημα με γλυκαντικά, αλλά αυτή η διαφορά δεν ήταν σταθερή και εξασθενούσε όταν συνυπολογιζόταν η γευστικότητα.

Το πιο σημαντικό εύρημα είναι ότι η κατανάλωση του ροφήματος με γλυκαντικά δεν οδήγησε σε αύξηση της ενεργειακής πρόσληψης, καθώς οι συμμετέχοντες δεν έφαγαν περισσότερο στη συνέχεια.

Συνολικά, τα γλυκαντικά δεν φάνηκε να αυξάνουν την όρεξη ή να προκαλούν αντισταθμιστική κατανάλωση τροφής, ενώ ενδέχεται να συμβάλλουν στη μείωση της επιθυμίας για γλυκό, χωρίς αρνητική επίδραση στο ενεργειακό ισοζύγιο. Ωστόσο, τα ευρήματα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή, καθώς το μέγεθος δείγματος ήταν περιορισμένο και απαιτούνται μεγαλύτερες μελέτες για πιο ασφαλή συμπεράσματα. μεγαλύτερες μελέτες για πιο ασφαλή συμπεράσματα.

Τελευταία τροποποίηση στις 20/03/2026 - 14:24