Η διατροφή μετά από τη διάγνωση καρκίνου δεν επηρεάζει μόνο την ποιότητα ζωής, αλλά φαίνεται πως μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο και στη μακροχρόνια επιβίωση.
Νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι η συχνή κατανάλωση υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο θανάτου, τόσο συνολικά όσο και ειδικά από καρκίνο, ακόμη και όταν η συνολική ποιότητα της διατροφής θεωρείται καλή.
Τα ευρήματα προέρχονται από μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Cancer Epidemiology, Biomarkers & Prevention και βασίστηκε σε δεδομένα 802 ανδρών και γυναικών με ιστορικό καρκίνου, οι οποίοι συμμετείχαν στη μεγάλη ιταλική μελέτη Moli-sani.
Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας - Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος) και ο Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ), συνοψίζουν τα κυριότερα ευρήματα της μελέτης.
Οι συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα και κατέγραψαν τις διατροφικές τους συνήθειες μετά τη διάγνωση. Ως υπερεπεξεργασμένα ορίστηκαν τα τρόφιμα που έχουν υποστεί εκτεταμένη βιομηχανική επεξεργασία και περιέχουν πρόσθετα όπως συντηρητικά, γαλακτωματοποιητές, ενισχυτικά γεύσης και τεχνητά χρώματα. Παραδείγματα περιλαμβάνουν έτοιμα γεύματα, αλλαντικά, συσκευασμένα σνακ, αναψυκτικά και γλυκά βιομηχανικής παραγωγής.
Κατά τη διάρκεια της μελέτης, καταγράφηκαν 281 θάνατοι. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα άτομα που κατανάλωναν τις μεγαλύτερες ποσότητες υπερεπεξεργασμένων τροφίμων είχαν περίπου 50% υψηλότερο κίνδυνο θανάτου από κάθε αιτία, καθώς και σημαντικά αυξημένο κίνδυνο θανάτου από καρκίνο, σε σύγκριση με εκείνους που κατανάλωναν τις μικρότερες ποσότητες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η σχέση αυτή παρέμενε ισχυρή ακόμη και μετά την προσαρμογή για τη συνολική ποιότητα της διατροφής, όπως αυτή αξιολογήθηκε με βάση τη Μεσογειακή Διατροφή. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στη χαμηλή θρεπτική αξία των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων, αλλά σχετίζεται και με την ίδια τη διαδικασία της βιομηχανικής επεξεργασίας.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η αυξημένη φλεγμονή στον οργανισμό και η υψηλότερη καρδιακή συχνότητα ηρεμίας φαίνεται να εξηγούν ένα σημαντικό μέρος αυτής της συσχέτισης. Οι ουσίες που χρησιμοποιούνται στη βιομηχανική επεξεργασία των τροφίμων μπορεί να διαταράσσουν τον μεταβολισμό, να επηρεάζουν αρνητικά το μικροβίωμα του εντέρου και να ενισχύουν χρόνιες φλεγμονώδεις διεργασίες, επιβαρύνοντας την υγεία μακροπρόθεσμα.
Το βασικό μήνυμα προς το κοινό είναι ότι δεν έχει τόσο σημασία ένα μεμονωμένο τρόφιμο, όσο το συνολικό διατροφικό πρότυπο. Η συστηματική μείωση των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων και η στροφή προς φρέσκα, ελάχιστα επεξεργασμένα και σπιτικά γεύματα αποτελεί μια απλή αλλά ουσιαστική στρατηγική για τη βελτίωση της υγείας, ιδιαίτερα για άτομα που έχουν επιβιώσει από καρκίνο.
Ένας πρακτικός κανόνας για την αναγνώριση των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων είναι ο έλεγχος της ετικέτας: προϊόντα με περισσότερα από πέντε συστατικά ή με την παρουσία έστω και ενός πρόσθετου τροφίμων είναι πολύ πιθανό να ανήκουν σε αυτή την κατηγορία.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η μελέτη είναι παρατηρητική και δεν μπορεί να αποδείξει άμεση αιτιώδη σχέση. Ωστόσο, τα ευρήματα ενισχύουν την αυξανόμενη ανησυχία γύρω από τον ρόλο των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων στη χρόνια νόσο και υπογραμμίζουν τη σημασία της ποιότητας — και όχι μόνο της ποσότητας — των τροφίμων που καταναλώνουμε.








