Για πρώτη φορά από το 2018, το American College of Cardiology και το American Heart Association δημοσίευσαν επικαιροποιημένες κλινικές οδηγίες για τον έλεγχο και τη διαχείριση της χοληστερίνης.
Οι συστάσεις δημοσιεύθηκααν στα περιοδικά Journal of the American College of Cardiology και Circulation και παρουσιάστηκαν στις 28 Μαρτίου, στο 75ο Ετήσιο Επιστημονικό Συνέδριο του American College of Cardiology στη Νέα Ορλεάνη.
Εστίαση στην LDL, στα λιπίδια και στον εξατομικευμένο κίνδυνο
Οι νέες οδηγίες δίνουν έμφαση στη μείωση της LDL χοληστερίνης, της λεγόμενης «κακής» χοληστερίνης, αλλά και άλλων λιπιδίων στο αίμα, όπως η λιποπρωτεΐνη(a) ή Lp(a). Παράλληλα, αναδεικνύουν την ανάγκη για έλεγχο σε μικρότερη ηλικία, ιδιαίτερα σε άτομα με οικογενειακό ιστορικό καρδιοπάθειας, και τονίζουν τη σημασία μιας πιο εξατομικευμένης εκτίμησης κινδύνου, με βάση παράγοντες όπως τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα υγείας. Στόχος είναι να λαμβάνονται πιο ενημερωμένες και κοινές αποφάσεις μεταξύ ασθενών και γιατρών.
«Γνωρίζουμε ότι όσο χαμηλότερα είναι τα επίπεδα LDL χοληστερίνης, τόσο μειώνεται ο κίνδυνος εμφράγματος, εγκεφαλικού επεισοδίου και καρδιακής ανεπάρκειας», ανέφερε ο Roger S. Blumenthal, εκ των συγγραφέων της οδηγίας και διευθυντής του Johns Hopkins Ciccarone Center for the Prevention of Cardiovascular Disease. «Γνωρίζουμε επίσης ότι όταν μειώνονται τα αυξημένα λιπίδια και η αρτηριακή πίεση σε νεαρούς ενήλικες, υποστηρίζεται η καλή υγεία της καρδιάς και των αγγείων σε όλη τη διάρκεια της ζωής».
Γιατί είναι σημαντικός ο έγκαιρος έλεγχος
Η επικαιροποίηση έρχεται σε μια περίοδο όπου τα δεδομένα δείχνουν ότι περίπου 1 στους 4 ενήλικες στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει αυξημένη LDL χοληστερίνη, έναν βασικό παράγοντα για την ανάπτυξη αθηροσκλήρωσης, δηλαδή τη στένωση ή σκλήρυνση των αρτηριών. Στην Ελλάδα, πάνω από το 50% των ενηλίκων έχουν κάποια μορφή δυσλιπιδαιμίας, σύμφωνα με στοιχεία του 2022.
Όταν ορισμένα λιπίδια συσσωρεύονται, μπορούν να σχηματίσουν πλάκα στα τοιχώματα των αρτηριών. Αυτή η πλάκα περιορίζει τη ροή του αίματος και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να εμφανίση ρήξη, προκαλώντας έμφραγμα ή εγκεφαλικό επεισόδιο. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρειάζεται άμεση ιατρική παρέμβαση για να αποκατασταθεί η κυκλοφορία του αίματος.
Αν και οι κίνδυνοι αυτοί είναι γνωστοί, οι βασικές οδηγίες για τη διατήρηση της υγείας της καρδιάς δεν αλλάζουν. Οι ειδικοί εξακολουθούν να τονίζουν τη σημασία μιας ισορροπημένης διατροφής, της τακτικής άσκησης, της αποφυγής καπνίσματος, του επαρκούς ύπνου και της διατήρησης ενός υγιούς βάρους. Σύμφωνα με τον Blumenthal, περίπου 80% έως 90% των καρδιαγγειακών νοσημάτων σχετίζεται, τουλάχιστον εν μέρει, με παράγοντες που μπορείτε να αλλάξετε, γεγονός που καθιστά τις αλλαγές στον τρόπο ζωής το πρώτο και πιο ουσιαστικό βήμα.
Πιο νωρίς έλεγχος και γενετικοί παράγοντες κινδύνου
Μία από τις βασικές αλλαγές στις νέες οδηγίες είναι η έμφαση στον έλεγχο από μικρότερη ηλικία και στη συνολική αξιολόγηση του ατομικού κινδύνου. Οι γιατροί καλούνται να λαμβάνουν υπόψη το οικογενειακό ιστορικό αθηροσκλήρωσης, υποκείμενα νοσήματα όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, αλλά και γεγονότα ζωής όπως η πρώιμη εμμηνόπαυση ή επιπλοκές στην εγκυμοσύνη, όπως η προεκλαμψία ή ο διαβήτης κύησης, κατά την εκτίμηση κινδύνου και τον σχεδιασμό της θεραπείας.
Για παράδειγμα, άτομα με οικογενή υπερχοληστεριναιμία, μια γενετική πάθηση που προκαλεί πολύ υψηλά επίπεδα LDL χοληστερίνης, θα πρέπει να ξεκινούν τον έλεγχο νωρίτερα, περίπου από την ηλικία των 9 ετών ή και πιο νωρίς. Οι οδηγίες προτείνουν επίσης μία εξέταση για την Lp(a) μία φορά στη ζωή, καθώς σχετίζεται με κληρονομικό κίνδυνο και μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο καρδιοπάθειας κατά περίπου 40% σε επίπεδα 125 νανομόρια ανά λίτρο και να τον διπλασιάσει σε επίπεδα 250 νανομόρια ανά λίτρο.
Πρόσθετες εξετάσεις και πιο εξατομικευμένες αποφάσεις θεραπείας
Για πιο ακριβή εκτίμηση του κινδύνου, οι οδηγίες περιγράφουν επιπλέον παράγοντες που μπορούν να λάβουν υπόψη οι γιατροί, γνωστούς ως «ενισχυτές κινδύνου». Σε άτομα με οριακό ή μέτριο κίνδυνο, μπορεί να χρησιμοποιηθούν επιπλέον εξετάσεις για να καθοδηγηθούν οι θεραπευτικές αποφάσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται η μέτρηση της φλεγμονής μέσω της υψηλής ευαισθησίας C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (hsCRP), η αξιολόγηση των επιπέδων Lp(a), καθώς και το οικογενειακό ιστορικό και η καταγωγή.
Επιπλέον, απεικονιστικές εξετάσεις, όπως η αξονική για τον υπολογισμό ασβεστίου στις στεφανιαίες αρτηρίες, μπορούν να εντοπίσουν εναποθέσεις ασβεστίου που υποδηλώνουν συσσώρευση πλάκας και να βοηθήσουν στην πιο στοχευμένη επιλογή θεραπείας.
Περισσότερες θεραπευτικές επιλογές και χαμηλότεροι στόχοι LDL
Οι νέες οδηγίες περιλαμβάνουν συστάσεις για ένα ευρύ φάσμα πληθυσμών, όπως εγκύους ή θηλάζουσες, άτομα ηλικίας 75 ετών και άνω, αλλά και άτομα με παθήσεις όπως διαβήτης, προχωρημένη νεφρική νόσος, HIV ή καρκίνος.
Πέρα από τις στατίνες, περιλαμβάνονται επικαιροποιημένες συστάσεις για άλλες θεραπείες μείωσης της χοληστερίνης, όπως η εζετιμίμπη, το βεμπεδοϊκό οξύ και τα ενέσιμα μονοκλωνικά αντισώματα PCSK9. Οι επιλογές αυτές είναι ιδιαίτερα σημαντικές για όσους δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στις στατίνες ή χρειάζονται συνδυασμό θεραπειών για να μειώσουν τη LDL χοληστερίνη.
Για άτομα χωρίς καρδιαγγειακή νόσο, επίπεδα LDL χοληστερίνης κάτω από 100 mg/dL θεωρούνται ιδανικά. Για όσους έχουν ενδιάμεσο κίνδυνο, ο στόχος είναι κάτω από 70 mg/dL, ενώ για άτομα υψηλού κινδύνου, κάτω από 55 mg/dL. Οι οδηγίες περιλαμβάνουν επίσης στόχους για τη μη HDL χοληστερίνη και την απολιποπρωτεΐνη B.
Τι αναμένεται στη συνέχεια
Σε συνοδευτικό editorial, οι ειδικοί εκτίμησαν ότι οι μελλοντικές οδηγίες ενδέχεται να δώσουν ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στη μείωση της LDL χοληστερίνης κάτω από 55 mg/dL σε άτομα με μέτρια αθηροσκλήρωση. Η κατεύθυνση αυτή υποστηρίζεται από τα αποτελέσματα της κλινικής μελέτης VESALIUS-CV, η οποία έδειξε οφέλη από την πιο επιθετική μείωση της χοληστερίνης μέσω συνδυασμού θεραπειών.








