Η Ελλάδα ζει περισσότερο, αλλά όχι απαραίτητα καλύτερα. Αυτό είναι το βασικό μήνυμα της τελευταίας έκθεσης του ΟΟΣΑ για το προφίλ υγείας της χώρας, η οποία αποτυπώνει μια σύνθετη εικόνα: βελτιωμένο προσδόκιμο ζωής, αλλά υψηλά ποσοστά χρόνιων νοσημάτων, μεγάλες κοινωνικές ανισότητες και σημαντική οικονομική επιβάρυνση για τα νοικοκυριά.
Μακροζωία με χρόνια νοσήματα
Το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα έφτασε τα 81,9 έτη το 2024, ελαφρώς υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (81,7 έτη), σηματοδοτώντας ανάκαμψη μετά την πανδημία. Ωστόσο, περισσότερα από τα μισά χρόνια ζωής μετά τα 65 συνοδεύονται από αναπηρίες ή χρόνιες παθήσεις.
Σχεδόν οι μισοί άνδρες άνω των 65 ετών (48%) και πάνω από τις μισές γυναίκες (56%) ζουν με κάποιο χρόνιο νόσημα, ποσοστά αισθητά υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Οι κύριες αιτίες θανάτου και οι παράγοντες κινδύνου
Οι καρδιαγγειακές παθήσεις και ο καρκίνος ευθύνονται για πάνω από το 50% των θανάτων στη χώρα. Παράλληλα, σχεδόν ένας στους τρεις θανάτους συνδέεται με τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου, όπως το κάπνισμα, η κακή διατροφή, η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας και η ατμοσφαιρική ρύπανση.
Παρότι καταγράφεται μείωση στο κάπνισμα των ενηλίκων και στην κατανάλωση αλκοόλ, η εφηβική παχυσαρκία και το κάπνισμα στους νέους παραμένουν σε ανησυχητικά επίπεδα.
Δαπάνες υγείας: λιγότερο κράτος, περισσότερο βάρος στα νοικοκυριά
Η Ελλάδα δαπανά για την υγεία σαφώς λιγότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο: οι δημόσιες δαπάνες αντιστοιχούν στο 8,4% του ΑΕΠ, έναντι 10% στην ΕΕ. Η δημόσια χρηματοδότηση καλύπτει μόλις το 61% του συνολικού κόστους, με αποτέλεσμα οι ιδιωτικές πληρωμές να φτάνουν το 34% -υπερδιπλάσιες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (16%).
Φάρμακα, νοσοκομειακή περίθαλψη και οδοντιατρικές υπηρεσίες αποτελούν τις κύριες πηγές αυτής της επιβάρυνσης.
Ανεκπλήρωτες ανάγκες και κοινωνικές ανισότητες
Η χώρα καταγράφει τα υψηλότερα επίπεδα ανεκπλήρωτων αναγκών υγειονομικής περίθαλψης στην ΕΕ. Πάνω από ένας στους πέντε πολίτες δηλώνει ότι δεν έλαβε την απαραίτητη φροντίδα λόγω κόστους, χρόνων αναμονής ή απόστασης.
Για τα άτομα που κινδυνεύουν από φτώχεια, η εικόνα είναι ακόμη πιο ζοφερή: το 32% αναφέρει ανεκπλήρωτες ιατρικές ανάγκες και το 53% ανεκπλήρωτες ανάγκες οδοντιατρικής περίθαλψης, σε μια χώρα όπου ο κίνδυνος φτώχειας αγγίζει το 26,9%.
Πρόληψη, μεταρρυθμίσεις και ψηφιακή υγεία
Η θνησιμότητα που μπορούσε να αποφευχθεί βρίσκεται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο (16,6%), αλλά αυξήθηκε κατά την πανδημία και δεν έχει ακόμη επανέλθει πλήρως. Σε απάντηση, η κυβέρνηση προωθεί προγράμματα πρόληψης.
Παράλληλα, η επέκταση της πρωτοβάθμιας φροντίδας μέσω του «προσωπικού ιατρού» και οι επενδύσεις στην ψηφιακή υγεία φιλοδοξούν να βελτιώσουν την πρόσβαση και να μειώσουν τις ανισότητες. Ωστόσο, στο πρώτο σκέλος η μεταρρύθμιση μοιάζει να είναι στάσιμη.
Φάρμακα: υψηλή κατανάλωση, χαμηλή διείσδυση γενοσήμων
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το κόστος των φαρμάκων. Τα λιανικά φάρμακα αντιπροσωπεύουν το 27% των συνολικών δαπανών υγείας, ποσοστό διπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Παρά τις πολιτικές ενίσχυσης, τα γενόσημα καλύπτουν μόλις το 34% των αποζημιούμενων φαρμάκων κατ’ όγκο, με σχετικά υψηλές τιμές.
Συνολικά, η έκθεση του ΟΟΣΑ δείχνει ότι η Ελλάδα έχει πετύχει να ζει περισσότερο, αλλά το τίμημα είναι βαρύ, τόσο σε ποιότητα ζωής όσο και σε οικονομικό κόστος. Η πρόκληση των επόμενων ετών δεν είναι μόνο η παράταση της ζωής, αλλά η εξασφάλιση περισσότερων υγιών χρόνων για όλους, με ένα σύστημα υγείας πιο δίκαιο και βιώσιμο.








