Δύο νέες έρευνες διαπίστωσαν ότι η αυξημένη κατανάλωση ορισμένων συντηρητικών τροφίμων σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2 και καρκίνου. Αν και απαιτείται περισσότερη έρευνα για να μελετηθούν επαρκώς οι επιπτώσεις των συντηρητικών τροφίμων στην υγεία, ωστόσο τα νέα δεδομένα έρχονται να μας «χτυπήσουν» το καμπανάκι για τα τρόφιμα που επιλέγουμε να καταναλώσουμε, ειδικά για τα υπερ-επεξεργασμένα.
Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στα ιατρικά περιοδικά Nature Communications και BMJ. Μάλιστα, οι ερευνητές ανέφεραν ότι μπορεί να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη δημόσια υγεία δεδομένης της διαδεδομένης χρήσης αυτών των συντηρητικών παγκοσμίως.
Και στις δύο μελέτες, οι ερευνητές προσπάθησαν να εξετάσουν τη σχέση μεταξύ της έκθεσης σε συντηρητικά και του κινδύνου διαβήτη τύπου 2 και καρκίνου σε ενήλικες, χρησιμοποιώντας δεδομένα διατροφής και υγείας από το 2009 έως το 2023. Τα ευρήματα βασίστηκαν σε περισσότερους από 100.000 Γάλλους, οι οποίοι συμμετείχαν στη μελέτη NutriNet-Santé.
Πέρα από την επίδραση των συντηρητικών συνολικά, 17 συντηρητικά αναλύθηκαν ξεχωριστά. Στη μελέτη για τον καρκίνο που δημοσιεύτηκε στο BMJ, από τα 17 συντηρητικά που μελετήθηκαν ξεχωριστά, τα 11 δεν συσχετίστηκαν με την εμφάνιση καρκίνου και δεν βρέθηκε καμία σύνδεση μεταξύ των συντηρητικών συνολικά και του καρκίνου.
Ωστόσο, οι συμμετέχοντες που κατανάλωναν μεγαλύτερες ποσότητες συντηρητικών είχαν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου σε σύγκριση με τους υπόλοιπους. Για παράδειγμα, το σορβικό κάλιο συσχετίστηκε με 14% αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου συνολικά και 26% αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του μαστού, ενώ τα θειώδη άλατα συσχετίστηκαν με 12% αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου συνολικά.
Το νιτρώδες νάτριο συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του προστάτη κατά 32%, ενώ το νιτρικό κάλιο συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του προστάτη (13%) και καρκίνου του μαστού (22%). Τα συνολικά οξικά άλατα συσχετίστηκαν με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του προστάτη (15%) και καρκίνου του μαστού (25%), ενώ το οξικό οξύ συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του μαστού κατά 12%.
Αν και χρειάζονται περισσότερες μελέτες για την καλύτερη κατανόηση αυτών των πιθανών κινδύνων, οι ερευνητές σημείωσαν ότι αρκετές από αυτές τις ενώσεις θα μπορούσαν να τροποποιήσουν τις ανοσολογικές και φλεγμονώδεις οδούς, πιθανώς πυροδοτώντας την ανάπτυξη καρκίνου.
Αυτές ήταν παρατηρητικές μελέτες, επομένως δεν μπορούν να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα σχετικά με την αιτία και το αποτέλεσμα. Οι ερευνητές δεν αποκλείουν επίσης την πιθανότητα να επηρέασαν τα αποτελέσματα και άλλοι παράγοντες. Ωστόσο, κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι πρόκειται για δύο σημαντικές μελέτες βασισμένες σε λεπτομερή διατροφικά αρχεία.
«Αυτή η μελέτη φέρνει νέες γνώσεις για τη μελλοντική επαναξιολόγηση της ασφάλειας αυτών των συντηρητικών στα τρόφιμα από τους φορείς υγείας, λαμβάνοντας υπόψιν την ισορροπία μεταξύ οφέλους και κινδύνου όσον αφορά τη συσχέτιση με τον καρκίνο», έγραψαν οι ερευνητές.







