Πώς η καφεΐνη επηρεάζει το σωματικό λίπος και το σάκχαρο

Πώς η καφεΐνη επηρεάζει το σωματικό λίπος και το σάκχαρο
Jakub Dziubak / Unsplash
Πέμπτη, 08/01/2026 - 14:06

Η καφεΐνη στο αίμα σας μπορεί να επηρεάζει το σωματικό λίπος και τον κίνδυνο διαβήτη, δείχνει μελέτη.

Τα επίπεδα καφεΐνης στο αίμα σας φαίνεται ότι επηρεάζουν την ποσότητα σωματικού λίπους που έχετε, ένας παράγοντας που με τη σειρά του μπορεί να καθορίσει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου δύο και καρδιαγγειακών παθήσεων.

Αυτό προκύπτει μια πρόσφατη μελέτη, η οποία χρησιμοποίησε γενετικούς δείκτες προκειμένου να τεκμηριώσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη σχέση μεταξύ των επιπέδων καφεΐνης, του δείκτη μάζας σώματος και του κινδύνου διαβήτη τύπου δύο.

Η ερευνητική ομάδα από το Karolinska Institute στη Σουηδία, το University of Bristol και το Imperial College London στο Ηνωμένο Βασίλειο ανέφερε ότι τα ροφήματα με καφεΐνη χωρίς θερμίδες θα μπορούσαν να εξεταστούν ως ένα πιθανό εργαλείο για τη μείωση του σωματικού λίπους.

«Τα γενετικά προβλεπόμενα υψηλότερα επίπεδα καφεΐνης στο πλάσμα συσχετίστηκαν με χαμηλότερο δείκτη μάζας σώματος και μικρότερη συνολική λιπώδη μάζα», έγραψαν οι ερευνητές στη μελέτη τους, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό BMJ Medicine.

«Παράλληλα, τα γενετικά προβλεπόμενα υψηλότερα επίπεδα καφεΐνης στο πλάσμα συσχετίστηκαν με χαμηλότερο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2. Υπολογίστηκε ότι περίπου το μισό αυτής της επίδρασης της καφεΐνης στον κίνδυνο διαβήτη τύπου δύο μεσολαβείται μέσω της μείωσης του δείκτη μάζας σώματος».

Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα από λίγο λιγότερα από 10.000 άτομα, τα οποία προήλθαν από ήδη υπάρχουσες γενετικές βάσεις δεδομένων, με έμφαση σε παραλλαγές εντός ή κοντά σε συγκεκριμένα γονίδια που είναι γνωστό ότι επηρεάζουν την ταχύτητα με την οποία διασπάται η καφεΐνη στον οργανισμό.

Σε γενικές γραμμές, άτομα με παραλλαγές στα συγκεκριμένα γονίδια, κυρίως στο CYP1A2 και στο ρυθμιστικό γονίδιο AHR, τείνουν να μεταβολίζουν την καφεΐνη πιο αργά, με αποτέλεσμα να παραμένει στο αίμα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Παράλληλα, όμως, καταναλώνουν συνήθως μικρότερες ποσότητες καφεΐνης.

Παρότι διαπιστώθηκε σαφής σύνδεση μεταξύ των επιπέδων καφεΐνης, του δείκτη μάζας σώματος και του κινδύνου διαβήτη τύπου 2, δεν προέκυψε αντίστοιχη συσχέτιση μεταξύ της καφεΐνης στο αίμα και των καρδιαγγειακών παθήσεων, όπως η κολπική μαρμαρυγή, η καρδιακή ανεπάρκεια και το εγκεφαλικό.

Προηγούμενες έρευνες είχαν ήδη συνδέσει μια μέτρια αύξηση στην κατανάλωση καφεΐνης με καλύτερη καρδιακή υγεία και χαμηλότερο δείκτη μάζας σώματος. Η νέα αυτή μελέτη προσέθεσε περισσότερες λεπτομέρειες σε όσα είναι ήδη γνωστά για τις επιδράσεις του καφέ στον οργανισμό.

Παράλληλα, οι ερευνητές τόνισαν ότι οι επιδράσεις της καφεΐνης στο σώμα δεν είναι αποκλειστικά θετικές, γεγονός που σημαίνει ότι απαιτείται προσοχή όταν αξιολογούνται τα πιθανά οφέλη από την κατανάλωσή της. Ωστόσο, η συγκεκριμένη μελέτη θεωρείται σημαντικό βήμα για την εκτίμηση της ιδανικής ποσότητας καφεΐνης.

«Μικρές, βραχυπρόθεσμες κλινικές δοκιμές έδειξαν ότι η πρόσληψη καφεΐνης οδηγεί σε μείωση του σωματικού βάρους και της λιπώδους μάζας, όμως οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις της κατανάλωσης καφεΐνης παραμένουν άγνωστες», εξήγησαν οι ερευνητές.

«Δεδομένης της εκτεταμένης κατανάλωσης καφεΐνης παγκοσμίως, ακόμη και μικρές μεταβολικές επιδράσεις θα μπορούσαν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία».

Η ερευνητική ομάδα εκτίμησε ότι η συσχέτιση αυτή ενδέχεται να σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο η καφεΐνη αυξάνει τη θερμογένεση και την οξείδωση του λίπους, δύο διαδικασίες που παίζουν καθοριστικό ρόλο στον συνολικό μεταβολισμό.

Παρότι το δείγμα της μελέτης ήταν μεγάλο, η Μεντελιανή τυχαιοποίηση δεν είναι αλάνθαστη και παραμένει πιθανό να υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που δεν λήφθηκαν υπόψη. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται περαιτέρω έρευνα ώστε να επιβεβαιωθεί η σχέση αιτίου και αποτελέσματος.

«Απαιτούνται τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές για να αξιολογηθεί αν τα ροφήματα με καφεΐνη χωρίς θερμίδες μπορούν να συμβάλουν στη μείωση του κινδύνου παχυσαρκίας και διαβήτη τύπου δύο», ανέφερε ο γενετικός επιδημιολόγος του University of Bristol, Benjamin Woolf.