Ασπιρίνη: Πώς συνδέεται με τον κίνδυνο καρκίνου

Ασπιρίνη: Πώς συνδέεται με τον κίνδυνο καρκίνου
Freepik
Τρίτη, 03/02/2026 - 18:29

Μεγάλη μελέτη έδειξε ότι η ασπιρίνη χαμηλής δόσης δεν μειώνει τον κίνδυνο καρκίνου στους μεγαλύτερους ενήλικες, ωστόσο υπάρχουν ορισμένες εξαιρέσεις.

Η ασπιρίνη είναι ένα από τα πιο ευρέως χρησιμοποιούμενα φάρμακα, γνωστό κυρίως για την ανακούφιση από τον πόνο και τον πυρετό. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια έχει μελετηθεί και για πιθανές πρόσθετες χρήσεις.

Για παράδειγμα, η καθημερινή λήψη ασπιρίνης χαμηλής δόσης μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων σε ορισμένα άτομα. Παρ’ όλα αυτά, ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ συνιστά η χρήση αυτή να γίνεται μόνο υπό ιατρική καθοδήγηση.

Την ίδια στιγμή, οι οδηγίες της Αμερικανικής Επιτροπής Προληπτικών Υπηρεσιών Υγείας δεν προτείνουν την έναρξη λήψης ασπιρίνης χαμηλής δόσης σε άτομα άνω των 60 ετών.

Καθώς ο παγκόσμιος πληθυσμός γερνά, αυξάνεται και η συχνότητα παθήσεων που σχετίζονται με την ηλικία, όπως ο καρκίνος. Περισσότερα από τα 2/3 των νέων περιστατικών καρκίνου διαγιγνώσκονται σε άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη εντοπισμού αποτελεσματικών στρατηγικών πρόληψης.

Παλαιότερες μελέτες υπέδειξαν ότι η ασπιρίνη ενδέχεται να συμβάλλει στη μείωση της εμφάνισης και της θνησιμότητας από καρκίνο, ιδιαίτερα στον καρκίνο του παχέος εντέρου και στο συκώτι. Ωστόσο, νεότερα και αντικρουόμενα δεδομένα έδειξαν ότι η χρήση της μπορεί να έχει δυσμενείς επιδράσεις στους μεγαλύτερους ενήλικες με καρκίνο.

Μια νέα μελέτη παρακολούθησης μακράς διάρκειας, που δημοσιεύτηκε στο JAMA Oncology, προσθέτει κρίσιμα στοιχεία στη συζήτηση, καταλήγοντας ότι η ασπιρίνη δεν συνιστάται ως μέσο πρόληψης του καρκίνου στους μεγαλύτερους ενήλικες. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η ασπιρίνη όχι μόνο δεν μειώνει τον κίνδυνο καρκίνου, αλλά ενδέχεται να αυξάνει και τη θνησιμότητα που σχετίζεται με καρκίνο κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Καμία μείωση του συνολικού κινδύνου καρκίνου

Η μελέτη αποτέλεσε εκτεταμένη παρακολούθηση της δοκιμής ASPREE, μιας μεγάλης τυχαιοποιημένης κλινικής μελέτης που πραγματοποιήθηκε στην Αυστραλία και τις ΗΠΑ και εξέτασε τη σχέση της ασπιρίνης με την υγεία σε μεγαλύτερους ενήλικες.

Οι ερευνητές παρακολούθησαν περισσότερους από 19.000 ενήλικες που ζούσαν ανεξάρτητα στην κοινότητα, για διάμεσο χρονικό διάστημα 8,6 ετών. Στόχος ήταν να διαπιστωθεί αν η καθημερινή λήψη ασπιρίνης χαμηλής δόσης επηρέαζε την εμφάνιση καρκίνου ή τους θανάτους που σχετίζονταν με αυτόν. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης καταγράφηκαν 3.448 νέες διαγνώσεις καρκίνου και 1.173 θάνατοι από καρκίνο.

Η ανάλυση έδειξε ότι η ημερήσια λήψη 100 mg ασπιρίνης δεν συσχετίστηκε με μείωση της συνολικής επίπτωσης καρκίνου σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.

Η Suzanne Orchard, διευθύντρια της μελέτης και επικεφαλής συγγραφέας της έρευνας, σχολίασε τα αποτελέσματα στο Medical News Today, λέγοντας:

«Προηγούμενες μελέτες έδειξαν μειωμένο κίνδυνο για ορισμένους τύπους καρκίνου με τη χρήση ασπιρίνης, κυρίως για τον καρκίνο του παχέος εντέρου. Ωστόσο, αυτές οι μελέτες αφορούσαν άτομα μέσης ηλικίας ή πληθυσμούς με πολύ υψηλό κίνδυνο, όπως όσους έχουν σύνδρομο Lynch, μια κληρονομική μορφή καρκίνου του εντέρου.

Τα ευρήματά μας έδειξαν ότι στους μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους η ασπιρίνη δεν προσφέρει συνολικό όφελος στην πρόληψη του καρκίνου, γεγονός που υπογραμμίζει ότι οι μηχανισμοί της νόσου και η ανταπόκριση στα φάρμακα διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία».

Αυξημένος κίνδυνος θανάτου από καρκίνο κατά τη διάρκεια της θεραπείας

Αν και η ασπιρίνη χαμηλής δόσης δεν αύξησε την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου στους μεγαλύτερους ενήλικες, συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από καρκίνο. Ο αυξημένος αυτός κίνδυνος καταγράφηκε μόνο όσο οι συμμετέχοντες λάμβαναν ενεργά ασπιρίνη στο πλαίσιο της μελέτης.

Συγκεκριμένα, η θνησιμότητα από καρκίνο ήταν κατά 15% υψηλότερη στους συμμετέχοντες που είχαν τυχαιοποιηθεί στην ομάδα της ασπιρίνης κατά τη διάρκεια της δοκιμής.

Το εύρημα αυτό αποδόθηκε στα υψηλότερα ποσοστά καρκίνου σε προχωρημένο στάδιο και στους περισσότερους θανάτους από καρκίνο που καταγράφηκαν στους χρήστες ασπιρίνης στο τέλος της αρχικής φάσης της μελέτης.

Όταν οι ερευνητές ανέλυσαν τα δεδομένα σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα, συμπεριλαμβάνοντας τόσο την περίοδο της δοκιμής όσο και τα χρόνια που ακολούθησαν, ο αυξημένος κίνδυνος θανάτου από καρκίνο παρέμεινε συνολικά.

Καμία μακροχρόνια επίδραση μετά τη διακοπή της ασπιρίνης

Για να εξεταστεί αν η ασπιρίνη είχε καθυστερημένες ή διαρκείς επιδράσεις στον κίνδυνο καρκίνου, οι ερευνητές ανέλυσαν τα αποτελέσματα μετά τη λήξη της τυχαιοποιημένης δοκιμής.

Η ανάλυση περιέλαβε σχεδόν 15.000 συμμετέχοντες που δεν είχαν διαγνωστεί με καρκίνο στο τέλος της μελέτης και συνέχισαν να παρακολουθούνται στο πλαίσιο της μελέτης.

Κατά την περίοδο αυτή, ο αυξημένος κίνδυνος δεν φάνηκε να συνεχίζεται, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ασπιρίνη δεν είχε μακροχρόνια επίδραση στον κίνδυνο καρκίνου μετά τη διακοπή της.

Υπήρξαν ενδείξεις για χαμηλότερο κίνδυνο μεταστατικού καρκίνου μετά το τέλος της δοκιμής σε όσους είχαν αρχικά λάβει ασπιρίνη, ωστόσο αυτό δεν συνοδεύτηκε από μείωση των θανάτων από καρκίνο. Οι ερευνητές σημείωσαν ότι απαιτείται παρακολούθηση μεγαλύτερης διάρκειας για πιο ασφαλή συμπεράσματα.

Πιθανές διαφορές ανάλογα με την ηλικία και τη βιολογία του καρκίνου

Τα ευρήματα ενισχύουν τα στοιχεία ότι η ηλικία έναρξης της ασπιρίνης μπορεί να παίζει καθοριστικό ρόλο στις επιδράσεις της στον καρκίνο.

Οι περισσότερες μελέτες που έδειξαν προληπτικό όφελος της ασπιρίνης αφορούσαν νεότερους ή μεσήλικες ενήλικες και απαιτούσαν συνήθως πάνω από 10 χρόνια παρακολούθησης για να καταγραφεί αποτέλεσμα.

Αντίθετα, οι συμμετέχοντες στη μελέτη ξεκίνησαν τη λήψη ασπιρίνης σε διάμεση ηλικία 74 ετών. Οι ερευνητές επισήμαναν ότι αλλαγές που σχετίζονται με τη γήρανση, όπως η μείωση της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος, η χρόνια φλεγμονή χαμηλού βαθμού και οι διαφοροποιήσεις στη βιολογία των όγκων, ενδέχεται να περιορίζουν τα αντικαρκινικά οφέλη της ασπιρίνης ή ακόμη και να οδηγούν σε επιβλαβείς επιδράσεις.

«Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της ασπιρίνης στον καρκίνο δεν είναι πλήρως κατανοητός, γεγονός που καθιστά δύσκολη την εξήγηση των διαφορών που παρατηρούνται με την ηλικία», ανέφερε η Orchard. «Ωστόσο, είναι γνωστό ότι το ανοσοποιητικό σύστημα παίζει σημαντικό ρόλο στην ανταπόκριση του οργανισμού στον καρκίνο».

«Οι αλλαγές που συνοδεύουν τη γήρανση, όπως η μείωση της ανοσολογικής λειτουργίας και η χρόνια φλεγμονή χαμηλού βαθμού, μπορεί να αποδυναμώνουν τις αντικαρκινικές επιδράσεις της ασπιρίνης στους μεγαλύτερους ανθρώπους», πρόσθεσε.

Ορισμένες αξιοσημείωτες εξαιρέσεις

Αν και η μελέτη έδειξε ότι η ασπιρίνη δεν μειώνει τον συνολικό κίνδυνο καρκίνου στους μεγαλύτερους ενήλικες, καταγράφηκε χαμηλότερη συχνότητα μελανώματος στους χρήστες ασπιρίνης, τόσο κατά τη μακροχρόνια παρακολούθηση όσο και μετά το τέλος της δοκιμής.

Αν και το εύρημα είναι ενδιαφέρον, ιδιαίτερα στην Αυστραλία όπου τα ποσοστά μελανώματος είναι υψηλά, οι ερευνητές τόνισαν ότι ενδέχεται να οφείλεται σε τυχαίο αποτέλεσμα και χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.

«Το συγκεκριμένο αποτέλεσμα πρέπει να ερμηνευθεί με προσοχή, καθώς ο αριθμός των περιστατικών ήταν μικρός, γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα να πρόκειται για τυχαίο εύρημα.

Παρόλα αυτά, πρόκειται για ένα πεδίο που αξίζει να μελετηθεί περαιτέρω, καθώς άλλες έρευνες κατέγραψαν προστατευτική επίδραση, ενώ ορισμένες δεν έδειξαν σημαντική μείωση του κινδύνου ή παρουσίασαν διαφοροποιήσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών», εξήγησε η Orchard.

Αντίστροφα, παρατηρήθηκαν υψηλότερα ποσοστά καρκίνου του εγκεφάλου και θανάτων από σπάνιους καρκίνους στους χρήστες ασπιρίνης, ωστόσο τα ευρήματα αυτά βασίστηκαν σε μικρό αριθμό περιστατικών και θα πρέπει να αξιολογούνται με επιφύλαξη.

Τι σημαίνουν τα ευρήματα

Συνολικά, τα δεδομένα δείχνουν ότι η έναρξη λήψης ασπιρίνης χαμηλής δόσης σε μεγαλύτερη ηλικία δεν θα πρέπει να συνιστάται για την πρωτογενή πρόληψη του καρκίνου.

Παρότι η ασπιρίνη παραμένει σημαντικό φάρμακο για ορισμένες καρδιαγγειακές παθήσεις, η συστηματική χρήση της για την πρόληψη του καρκίνου σε κατά τα άλλα υγιείς μεγαλύτερους ενήλικες δεν υποστηρίζεται από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Η Orchard τόνισε ότι πριν από οποιαδήποτε απόφαση για την έναρξη ασπιρίνης χαμηλής δόσης σε μεγαλύτερη ηλικία, θα πρέπει να προηγείται συζήτηση μεταξύ ασθενών και γιατρών.

«Οι ενήλικες ηλικίας 60 έως 69 ετών θα πρέπει να αποφασίζουν μαζί με τον γιατρό πρωτοβάθμιας φροντίδας αν η χρήση ασπιρίνης για πρωτογενή πρόληψη είναι κατάλληλη για αυτούς. Αντίστοιχα, το Cancer Council στην Αυστραλία δεν συνιστά τη λήψη ασπιρίνης χαμηλής δόσης για τη μείωση του κινδύνου καρκίνου του παχέος εντέρου σε άτομα άνω των 70 ετών», ανέφερε.

Οι ερευνητές επεσήμαναν ότι ενδέχεται να απαιτείται ακόμη μεγαλύτερης διάρκειας παρακολούθηση για να αποσαφηνιστούν πλήρως οι μακροχρόνιες επιδράσεις της ασπιρίνης. Ωστόσο, τα έως τώρα δεδομένα δεν υποστηρίζουν τη χρήση της ως στρατηγική πρόληψης του καρκίνου όταν η λήψη ξεκινά αργότερα στη ζωή.

«Η μακροχρόνια παρακολούθηση των συμμετεχόντων στη μελέτη θα συνεχιστεί, ώστε να αξιολογηθεί περαιτέρω η σχέση της ασπιρίνης με τον καρκίνο σε ορίζοντα 15 ετών, καθώς ορισμένες μελέτες εντόπισαν συσχετίσεις μόνο μετά από παρακολούθηση άνω των 10 ετών.

Παράλληλα, θα πρέπει να τονιστεί ότι όσοι λαμβάνουν ασπιρίνη για την πρόληψη καρδιαγγειακών παθήσεων κατόπιν σύστασης του γιατρού τους θα πρέπει να συνεχίσουν κανονικά τη θεραπεία τους», κατέληξε.

Τελευταία τροποποίηση στις 03/02/2026 - 18:37