Μια νέα μελέτη από το Πανεπιστήμιο του Waterloo στον Καναδά εξέτασε πώς η βιταμίνη C μπορεί να επηρεάσει τις χημικές αντιδράσεις στο πεπτικό σύστημα, που συνδέονται με την ανάπτυξη καρκίνου.
Τις τελευταίες δεκαετίες, παρατηρείται μία σταθερή αύξηση στην έκθεση του πληθυσμού στη Βόρεια Αμερική σε νιτρικά και νιτρώδη άλατα. Πρόκειται για ενώσεις που είτε προστίθενται σε επεξεργασμένα κρέατα είτε βρίσκονται φυσικά σε φρούτα και λαχανικά.
Είναι γνωστό ότι η υψηλή πρόσληψη επεξεργασμένων κρεάτων μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου στο πεπτικό σύστημα, με τα νιτρικά και τα νιτρώδη να έχουν μερίδιο ευθύνης.
Τα νιτρικά και τα νιτρώδη κυκλοφορούν από το πεπτικό σύστημα στο αίμα, στη συνέχεια στο σάλιο και πίσω στο πεπτικό σύστημα. Σύμφωνα με στοιχεία, οι άνθρωποι λαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος των νιτρικών αλάτων της διατροφής τους από τα λαχανικά.
Αν και τα νιτρικά και τα νιτρώδη άλατα (όταν βρίσκονται φυσικά στα λαχανικά που καταναλώνουμε) παίζουν σημαντικό ρόλο στη νευρολογική και καρδιακή υγεία, όταν βρεθούν στο στομάχι μπορούν να υποστούν μια χημική αντίδραση γνωστή ως «νίτρωση» και να σχηματίσουν χημικές ουσίες που πολλοί επιστήμονες υποψιάζονται ότι αυξάνουν τον κίνδυνο καρκίνου.
Η ομάδα δημιούργησε ένα μαθηματικό μοντέλο των σιελογόνων αδένων, του στομάχου, του λεπτού εντέρου και του πλάσματος και προσομοίωσε τον τρόπο με τον οποίο τα νιτρώδη και τα νιτρικά άλατα κινούνται στο σώμα και αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου. Το μοντέλο των ερευνητών έδειξε ότι όταν η βιταμίνη C υπάρχει σε τρόφιμα, όπως τα φυλλώδη λαχανικά τα οποία περιέχουν τόσο βιταμίνη C όσο και νιτρικά άλατα, θα μπορούσε να μειώσει τον κίνδυνο καρκίνου.
Η μελέτη υπέδειξε επίσης ότι η λήψη συμπληρωμάτων βιταμίνης C μετά από κάθε γεύμα θα μπορούσε να έχει μια μέτρια θετική επίδραση στη μείωση του σχηματισμού χημικής αντίδρασης που σχετίζεται με τον κίνδυνο καρκίνου από τα νιτρώδη και νιτρικά άλατα, τα οποία παίρνουμε μέσα από τη διατροφή μας από επεξεργασμένα τρόφιμα όπως το μπέικον και το σαλάμι.
«Αυτή η εργασία δίνει μία κατεύθυνση για μελλοντικές κλινικές και εργαστηριακές μελέτες, εντοπίζοντας τους βασικούς αλληλεπιδρώντες παράγοντες αυτών των δυνητικά επιβλαβών χημικών αντιδράσεων, συμπεριλαμβανομένης της έκθεσης σε νιτρώδη, της πρόσληψης αντιοξειδωτικών, του χρόνου γεύματος, των γαστρικών καταστάσεων και της δραστηριότητας του στοματικού μικροβιώματος», δήλωσε η Δρ. Anita Layton, Καθηγήτρια Εφαρμοσμένων Μαθηματικών, Επιστήμης Υπολογιστών, Φαρμακευτικής και Βιολογίας. «Αυτό το μοντέλο μπορεί να βοηθήσει τους ερευνητές να σχεδιάσουν πιο στοχευμένα πειράματα και παρεμβάσεις», πρόσθεσε.
Η έρευνα με τίτλο «Η βιταμίνη C ως αναστολέας νίτρωσης: Μια μελέτη μοντελοποίησης σε όλα τα διατροφικά πρότυπα και την ποιότητα του νερού» (Vitamin C as a nitrosation inhibitor: A modelling study across dietary patterns and water quality), δημοσιεύεται στο Journal of Theoretical Biology.





