Καθώς τα περιστατικά της νόσου Πάρκινσον αυξάνονται παγκοσμίως, οι ερευνητές εξετάζουν αν συγκεκριμένα συμπληρώματα μπορούν να επηρεάσουν τη φλεγμονή, το οξειδωτικό στρες, τη λειτουργία των μιτοχονδρίων και το μικροβίωμα του εντέρου. Προς το παρόν, όμως, τα στοιχεία είναι μεν ενθαρρυντικά, αλλά παραμένουν μεικτά και απέχουν πολύ από το να θεωρηθούν οριστικά.
Σε πρόσφατη ανασκόπηση που δημοσιεύτηκε στο Journal of Parkinson’s Disease, ομάδα συγγραφέων αξιολόγησε κατά πόσο τα συμπληρώματα διατροφής μπορούν να τροποποιήσουν την πορεία της νόσου Πάρκινσον, με βάση δεδομένα από κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους. Η ανασκόπηση εστίασε σε κλινικά αποτελέσματα και σε στοιχεία που βασίζονται σε βιοδείκτες, ως έμμεσες ενδείξεις πιθανής τροποποίησης της νόσου, και όχι ως οριστική απόδειξη ότι τα συμπληρώματα επιβραδύνουν την εξέλιξή της.
Τι πρέπει να ξέρετε για τη νόσο του Πάρκινσον
Η νόσος Πάρκινσον είναι η νευρολογική πάθηση με την ταχύτερη αύξηση παγκοσμίως, με τον επιπολασμό της να εκτιμάται ότι θα διπλασιαστεί έως το 2050. Φάρμακα όπως το levodopa είναι αποτελεσματικά στον έλεγχο των συμπτωμάτων, αλλά δεν μπορούν να αποτρέψουν τη συνεχιζόμενη απώλεια των εγκεφαλικών κυττάρων που παράγουν ντοπαμίνη και συμβάλλουν στην εξέλιξη της νόσου.
Παράλληλα, μελέτες διερευνούν πώς ορισμένα θρεπτικά συστατικά μπορούν να μειώνουν τη φλεγμονή, το οξειδωτικό στρες, τη μιτοχονδριακή δυσλειτουργία και τις αλλαγές στο μικροβίωμα του εντέρου που συνδέονται με τον νευροεκφυλισμό. Πολλά άτομα με νόσο Πάρκινσον λαμβάνουν ήδη συστηματικά συμπληρώματα, παρότι τα κλινικά δεδομένα παραμένουν περιορισμένα. Χρειάζεται περισσότερη έρευνα για να φανεί ποια συμπληρώματα μπορούν πράγματι να επιβραδύνουν την εξέλιξη της νόσου.
Γιατί έχουν σημασία τα συμπληρώματα διατροφής
Η νόσος Πάρκινσον επηρεάζει τον ύπνο, την πέψη, τη διάθεση, τη σκέψη και την κίνηση. Πρόκειται για εκφυλιστική διαταραχή που προκαλείται από την απώλεια νευρικών κυττάρων που παράγουν ντοπαμίνη και από τη συσσώρευση τοξικών συσσωματωμάτων μιας πρωτεΐνης, της άλφα συνουκλεΐνης, στον εγκέφαλο. Συνδέεται επίσης με παράγοντες όπως η χρόνια φλεγμονή, το οξειδωτικό στρες, η μιτοχονδριακή δυσλειτουργία και οι αλλαγές στο μικροβίωμα του εντέρου. Τα συμπληρώματα διατροφής έχουν κερδίσει έδαφος, επειδή πολλά από αυτά διαθέτουν αντιοξειδωτικές ή αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες.
Τα ωμέγα 3 λιπαρά οξέα δείχνουν πρώιμα ενθαρρυντικά στοιχεία
Τα ωμέγα 3 λιπαρά οξέα είναι γνωστά κυρίως για τη συμβολή τους στην υγεία της καρδιάς, όμως μελέτες δείχνουν ότι είναι πιθανόν να έχουν προστατευτική δράση και στα εγκεφαλικά κύτταρα. Ορισμένες κλινικές δοκιμές ανέφεραν μείωση δεικτών φλεγμονής και βελτίωση της αντιοξειδωτικής άμυνας μετά τη λήψη συμπληρωμάτων ωμέγα 3. Σε ορισμένες μελέτες, οι ασθενείς εμφάνισαν επίσης βελτίωση στις βαθμολογίες της Unified Parkinson's Disease Rating Scale.
Ωστόσο, τα αποτελέσματα δεν ήταν σταθερά. Τα ωμέγα 3 λιπαρά οξέα έδειξαν οφέλη και σε άλλες δοκιμές, όταν χορηγήθηκαν μαζί με βιταμίνη Ε ή και άλλα θρεπτικά συστατικά. Παρά τους περιορισμούς των μελετών, οι ερευνητές θεωρούν ότι τα ωμέγα 3 παραμένουν υποσχόμενα, επειδή δρουν σε πολλαπλές οδούς που εμπλέκονται στην ανάπτυξη της νόσου, όπως το οξειδωτικό στρες και η φλεγμονή.
Βιταμίνες του συμπλέγματος Β και νικοτιναμίδη ριβοσίδη - Πιθανώς θετικές επιδράσεις
Οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β είναι απαραίτητες για την παραγωγή ενέργειας και τον κυτταρικό μεταβολισμό. Η νικοτιναμίδη ριβοσίδη, μια μορφή βιταμίνης Β3, χρησιμοποιείται συχνά επειδή συμβάλλει στη διατήρηση της μιτοχονδριακής λειτουργίας. Τα μιτοχόνδρια, δηλαδή τα οργανίδια που παράγουν ενέργεια στα κύτταρα, θεωρείται ότι παίζουν ρόλο στην εξέλιξη της νόσου Πάρκινσον.
Κλινικές μελέτες δείχνουν ότι υψηλές δόσεις νικοτιναμίδης ριβοσίδης μπορεί να βελτιώνουν τις βαθμολογίες MDS-UPDRS, κυρίως τις κινητικές βαθμολογίες. Όμως, άλλες δοκιμές δεν έδειξαν σαφές κλινικό όφελος και δεν έχει αποδειχθεί ότι η ουσία τροποποιεί την πορεία της νόσου. Οι ερευνητές σημείωσαν ότι οι διαφορές στη δοσολογία μπορεί να εξηγούν τα αντικρουόμενα ευρήματα. Οι μελέτες που χρησιμοποίησαν υψηλότερες δόσεις φάνηκαν πιο επιτυχημένες από εκείνες που χρησιμοποίησαν χαμηλότερες.
Παρότι τα στοιχεία παραμένουν περιορισμένα, μεγάλες κλινικές δοκιμές που βρίσκονται σε εξέλιξη μπορεί σύντομα να ξεκαθαρίσουν αν η νικοτιναμίδη ριβοσίδη μπορεί πράγματι να επιβραδύνει την εξέλιξη της νόσου. Αν τα αποτελέσματα είναι θετικά, το συγκεκριμένο συμπλήρωμα θα μπορούσε να επηρεάσει τις μελλοντικές στρατηγικές διαχείρισης της νόσου Πάρκινσον.
Οι βιταμίνες D και E δίνουν μεικτά αποτελέσματα
Η βιταμίνη D είναι γνωστή για τον ρόλο της στην υγεία των οστών, αλλά μπορεί επίσης να επηρεάζει τη λειτουργία του εγκεφάλου και τη φλεγμονή. Μία δοκιμή ανέφερε βελτίωση στη σταδιοποίηση Hoehn and Yahr μετά τη λήψη βιταμίνης D. Εντούτοις, οι συνολικές βαθμολογίες UPDRS δεν διέφεραν, ενώ άλλες μελέτες δεν έχουν δείξει σταθερή επίδραση στην τροποποίηση της νόσου. Η μεταβλητότητα ανάμεσα στις μελέτες μπορεί να οφείλεται στις διαφορετικές δόσεις, στον δείκτη μάζας σώματος και στη διαφορετική διάρκειά τους.
Αν και η βιταμίνη Ε θεωρητικά μπορεί να μειώσει την οξειδωτική βλάβη, οι μελέτες δεν έδειξαν σημαντική βελτίωση στην εξέλιξη της νόσου όταν χρησιμοποιήθηκε μόνη της. Μεταγενέστερες δοκιμές εξέτασαν κυρίως τη βιταμίνη Ε σε συνδυασμό με ωμέγα 3 λιπαρά οξέα και όχι ως ανεξάρτητη παρέμβαση.
Κρεατίνη, συνένζυμο Q10 και κουρκουμίνη - Δε φαίνεται να βοηθούν τους ασθενείς
Αρκετά συμπληρώματα που κάποτε θεωρούνταν ιδιαίτερα υποσχόμενα έδωσαν τελικά ασυνεπή ή αρνητικά αποτελέσματα σε μελέτες σε ανθρώπους. Η κρεατίνη εξετάστηκε με την υπόθεση ότι θα μπορούσε να στηρίξει την κυτταρική ενέργεια και να επιβραδύνει την εξέλιξη της νόσου Πάρκινσον, αλλά μεγάλες μακροχρόνιες δοκιμές δεν έδειξαν όφελος ως προς την τροποποίηση της πορείας της νόσου.
Το συνένζυμο Q10 είναι άλλη μία ένωση που υποστηρίζει τη μιτοχονδριακή λειτουργία. Μικρές κλινικές μελέτες έδειξαν μείωση της εξέλιξης της νόσου Πάρκινσον, όμως μεγαλύτερες μελέτες δεν επιβεβαίωσαν αυτό το αποτέλεσμα. Η ανασκόπηση σημειώνει επίσης ότι το συνένζυμο Q10 έχει χαρακτηριστεί μη αποτελεσματικό στην καθυστέρηση της εξέλιξης της νόσου Πάρκινσον από μεγάλους φορείς κλινικών οδηγιών.
Η κουρκουμίνη, βασικό συστατικό του κουρκουμά, θεωρείται ότι έχει αντιφλεγμονώδη δράση. Ωστόσο, μέχρι σήμερα υπάρχει μόνο μία μικρή πιλοτική μελέτη σε ανθρώπους που αξιολόγησε την κουρκουμίνη σε σχέση με την εξέλιξη της νόσου Πάρκινσον. Η μελέτη δεν βρήκε σημαντική βελτίωση στις συνολικές βαθμολογίες MDS-UPDRS ή Hoehn and Yahr. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κουρκουμίνη είναι αποτελεσματική.
Συμπληρώματα για το μικροβίωμα του εντέρου: Περιορισμένα στοιχεία, αλλά πιθανά οφέλη
Ένας από τους πιο ενδιαφέροντες τομείς στην έρευνα για τη νόσο Πάρκινσον αφορά το μικροβίωμα του εντέρου. Πολλοί ασθενείς εμφανίζουν πεπτικά προβλήματα χρόνια πριν από την εμφάνιση των κινητικών συμπτωμάτων, γεγονός που δείχνει ότι το έντερο μπορεί να συμμετέχει σε μηχανισμούς που σχετίζονται με την ανάπτυξη της νόσου. Η έρευνα δείχνει ότι τα άτομα με νόσο Πάρκινσον συχνά έχουν λιγότερα ωφέλιμα βακτήρια που παράγουν λιπαρά οξέα βραχείας αλυσίδας.
Αρκετές μελέτες έδειξαν ότι τα προβιοτικά μείωσαν τη φλεγμονή, βελτίωσαν την αντιοξειδωτική δραστηριότητα και περιόρισαν ακόμη και τη βαρύτητα των συμπτωμάτων. Τα στοιχεία δείχνουν ότι τα προβιοτικά πολλαπλών στελεχών μπορεί γενικά να είναι πιο ωφέλιμα από τα προβιοτικά σκευάσματα ενός στελέχους, πιθανώς επειδή διαφορετικά βακτήρια επιτελούν συμπληρωματικές λειτουργίες. Πρώιμες μελέτες δείχνουν ότι ορισμένες παρεμβάσεις με προβιοτικά, πρεβιοτικά και συμβιωτικά μπορεί να επηρεάζουν τον εντερικό φραγμό, δείκτες φλεγμονής και οξειδωτικού στρες, καθώς και δείκτες του μικροβιώματος. Ωστόσο, τα στοιχεία παραμένουν ετερογενή και περιορισμένα, ιδίως για τα πρεβιοτικά.
Μελλοντικές κατευθύνσεις στη διατροφική έρευνα
Οι ερευνητές τόνισαν ότι κανένα συμπλήρωμα διατροφής δεν έχει αποδειχθεί μέχρι σήμερα ότι σταματά την εξέλιξη της νόσου Πάρκινσον. Όμως, ορισμένα συμπληρώματα εξακολουθούν να θεωρούνται δυνητικά χρήσιμα, όπως ο συνδυασμός ωμέγα 3 λιπαρών οξέων με βιταμίνη Ε, η νικοτιναμίδη ριβοσίδη και τα συμπληρώματα που ενισχύουν το μικροβίωμα του εντέρου.
Η μελλοντική έρευνα θα πρέπει να περιλαμβάνει μεγαλύτερους πληθυσμούς, μεγαλύτερη διάρκεια παρακολούθησης και πιο ακριβείς βιοδείκτες, ώστε να φανεί αν αυτές οι παρεμβάσεις πράγματι τροποποιούν την εξέλιξη της νόσου ή απλώς βελτιώνουν προσωρινά τα συμπτώματα. Επιπλέον, οι συγγραφείς προτείνουν ότι η έρευνα ίσως χρειαστεί να εξετάσει πιο ολοκληρωμένες προσεγγίσεις, συνδυάζοντας ενδεχομένως τα συμπληρώματα διατροφής με ευρύτερες παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής, όπως η διατροφή και η άσκηση.








