Δε χρειάζεστε να είστε ο πιο ομιλητικός άνθρωπος στο χώρο, ούτε να αφηγείστε τις πιο εντυπωσιακές ιστορίες για να κάνετε μια καλή πρώτη εντύπωση και να «μαγνητίσετε» τους συνομιλητές σας. Όπως εξήγησε στο Psychology Today ο ψυχολόγος Mark Travers, αν και η χαρισματικότητα αντιμετωπίζεται συχνά ως ένα έμφυτο χαρακτηριστικό, στην πράξη πολλοί άνθρωποι γίνονται πιο ελκυστικοί μέσα από συγκεκριμένες, επίκτητες συμπεριφορές στην επικοινωνία.
«Πρόκειται για μικρές αλλά στοχευμένες κινήσεις που ενεργοποιούν βαθύτερους γνωστικούς και συναισθηματικούς μηχανισμούς, οι οποίοι έχουν εξελιχθεί ώστε να διευκολύνουν την κοινωνική σύνδεση», τόνισε ο ίδιος.
Αυτό που τελικά κάνει κάποιον να φαίνεται «μαγνητικός» δεν είναι, λοιπόν, η εντύπωση που προσπαθεί να προκαλέσει, αλλά η ακρίβεια με την οποία κινείται μέσα στη συζήτηση. Το να γνωρίζετε πότε να δημιουργήσετε ενδιαφέρον, πότε να μιλήσετε και πότε να κάνετε πίσω, καθώς και το πώς να συναντήσετε τον συνομιλητή σας όχι μόνο σε επίπεδο συμπεριφοράς αλλά και σε επίπεδο συναισθημάτων.
Παρακάτω παρουσιάζονται τρεις συγκεκριμένες τεχνικές επικοινωνίας, που υποστηρίζονται από σύγχρονα ευρήματα των κοινωνικών επιστημών και μπορούν να βελτιώσουν ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο σας αντιλαμβάνονται οι άλλοι.
1. Αφήνετε πάντα κάτι ανοιχτό
Πολλοί θεωρούν ότι η γοητεία προκύπτει από τις καλές ιστορίες ή από το να μοιράζεστε πολλά προσωπικά στοιχεία. Ωστόσο, ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους για να κάνετε κάποιον να θέλει να συνεχίσει την επαφή μαζί σας είναι να μην ολοκληρώνετε πλήρως την αφήγηση. Η πρακτική είναι απλή. Κλείνετε τη συζήτηση αφήνοντας μια μικρή, σχετική εκκρεμότητα, αρκετή ώστε να διατηρείται ενεργό το νοητικό νήμα.
Για παράδειγμα, μπορείτε να πείτε: «Να μου θυμίσεις να σου πω αργότερα τι έγινε τελικά με εκείνο το πρότζεκτ». Πρόκειται για μια ανάλαφρη, χαμηλής πίεσης και απολύτως φυσική εκκρεμότητα. Με αυτόν τον τρόπο αξιοποιείτε έναν από τους πιο σταθερούς μηχανισμούς του εγκεφάλου, δηλαδή την ανάγκη για ολοκλήρωση. Όταν ένα γνωστικό «κύκλωμα» μένει ανοιχτό, ο νους τείνει να το παρακολουθεί σχεδόν αυτόματα.
Ανασκόπηση του 2024 για τη διαπροσωπική περιέργεια, που δημοσιεύθηκε στο Frontiers in Psychology, εξηγεί γιατί αυτή η τακτική είναι αποτελεσματική. Η περιέργεια, σύμφωνα με τους ερευνητές, διαδραματίζει θεμελιώδη ρόλο στις ανθρώπινες σχέσεις. Η επιθυμία να μάθουμε περισσότερα για κάποιον συνδέεται με μεγαλύτερη πρόθεση για εκ νέου επαφή, καλύτερη ανάκληση κοινωνικών πληροφοριών και ισχυρότερη συνέχεια στις σχέσεις. Με άλλα λόγια, όταν κάποιος αισθάνεται ότι υπάρχει ακόμη κάτι να ανακαλύψει για εσάς, ακόμη και αν είναι κάτι μικρό, είναι πιο πιθανό να θελήσει να επικοινωνήσει ξανά.
Το να αφήνετε μια συζήτηση «ανοιχτή» δεν σημαίνει ούτε υπερβολική αποκάλυψη ούτε σκόπιμη απόκρυψη. Στην πράξη, στέλνετε μια διακριτική γνωστική πρόσκληση. Δημιουργείτε αίσθηση συνέχειας και βάθους χωρίς να πιέζετε την προσοχή του άλλου. Επειδή το στοιχείο του μυστηρίου είναι ήπιο και απολύτως συνδεδεμένο με το πλαίσιο της συζήτησης, γεννά το είδος της περιέργειας που κάνει τους ανθρώπους να θέλουν να επιστρέψουν.
2. Προσφέρετε 90 δευτερόλεπτα απόλυτης προσοχής
Όταν προσπαθούν να φανούν χαρισματικοί, πολλοί άνθρωποι καταλήγουν να υπερβάλλουν, προσπαθώντας να είναι διαρκώς παρόντες και συνεχώς ενεργοί. Ωστόσο, ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους να δείξετε ενδιαφέρον είναι να το κάνετε σε σύντομα, καθαρά οριοθετημένα διαστήματα απόλυτης συγκέντρωσης και στη συνέχεια να χαλαρώνετε τον ρυθμό.
Τα 90 δευτερόλεπτα είναι αρκετά για να γίνουν αισθητά, χωρίς να δημιουργούν αμηχανία ή ένταση. Κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου, εφαρμόζετε ενεργητική ακρόαση, χωρίς να κοιτάζετε το κινητό, χωρίς να προετοιμάζετε νοητικά την απάντησή σας και χωρίς να αποσπάται η προσοχή σας από τον χώρο. Μετά το 1,5 λεπτό, επιστρέφετε φυσικά σε έναν πιο χαλαρό ρυθμό συζήτησης.
Μελέτη του 2014 στο International Journal of Listening έδειξε ότι ακόμη και σύντομα διαστήματα ποιοτικής ακρόασης μπορούν να αλλάξουν σημαντικά το πόσο κατανοητός και «ορατός» αισθάνεται ο ομιλητής. Οι συμμετέχοντες ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα εγγύτητας και σύνδεσης όταν βίωναν τέτοιες στιγμές απόλυτης προσοχής. Τα συναισθηματικά συστήματα ανταποκρίνονται έντονα ακόμη και σε μικρές δόσεις αδιαίρετης προσοχής.
Αυτός είναι και ο λόγος που η τεχνική των 90 δευτερολέπτων λειτουργεί τόσο καλά. Η προσοχή γίνεται αντιληπτή ως ειλικρινής και σεβαστική, χωρίς να μοιάζει επιτηδευμένη. Επειδή είναι οριοθετημένη, φαίνεται σκόπιμη και όχι επιδεικτική. Με αυτόν τον τρόπο προσφέρετε στον συνομιλητή την εμπειρία του να αποτελεί προτεραιότητα, κάτι που ενισχύει σταθερά τη διαπροσωπική οικειότητα.
3. Επιβεβαιώνετε το άτομο που προσπαθούν να είναι
Η κλασική μίμηση στη συζήτηση επικεντρώνεται σε εξωτερικές συμπεριφορές, όπως ο τόνος της φωνής ή οι κινήσεις. Αντίθετα, η αντανάκλαση ταυτότητας αφορά την εικόνα που το άτομο προσπαθεί να παρουσιάσει για τον εαυτό του. Οι άνθρωποι με μαγνητική παρουσία αντιλαμβάνονται τι αποκαλύπτει κάποιος για τις αξίες, τα κίνητρα και την αυτοαντίληψή του και το αντικατοπτρίζουν λεκτικά με τρόπο που το επιβεβαιώνει.
Αυτό συχνά παρερμηνεύεται ως κολακεία, όμως στην πραγματικότητα πρόκειται για κάτι βαθύτερο. Είναι η αναγνώριση της ταυτότητας που το άτομο σηματοδοτεί. Φράσεις όπως: «Μοιάζετε με άνθρωπο που δεσμεύεται πραγματικά όταν τον νοιάζει κάτι» ή «Φαίνεται ότι αποδίδετε καλύτερα όταν έχετε μπροστά σας μια πρόκληση» δείχνουν στον συνομιλητή ότι τον βλέπετε όπως ο ίδιος θέλει να γίνει αντιληπτός.
Σύγχρονη μελέτη στο British Educational Research Journal εξηγεί γιατί αυτή η μορφή επιβεβαίωσης είναι τόσο ισχυρή. Η επιβεβαίωση ταυτότητας αφορά την αναγνώριση ενός βαθύτερου σχήματος του εαυτού και όχι μιας μεμονωμένης συμπεριφοράς. Σύμφωνα με τα ευρήματα, συνδέεται με ισχυρότερο αίσθημα του ανήκειν, καλύτερη συναισθηματική ευεξία και μεγαλύτερη κοινωνική σταθερότητα. Οι άνθρωποι δεν θέλουν απλώς να τους συμπαθούν, θέλουν να νιώθουν ότι γίνονται κατανοητοί.
Η αντανάκλαση ταυτότητας απαιτεί προσοχή σε όσα αποκαλύπτουν οι άλλοι μέσα από τις επιλογές τους, τα σημεία που τονίζουν και τη συναισθηματική τους εμπλοκή. Όταν κατονομάζετε αυτή την ταυτότητα με ήρεμο και καθαρό τρόπο, δημιουργείτε την αίσθηση ότι κάποιος σας «κατάλαβε πραγματικά». Και επειδή αυτή η αναγνώριση αφορά το ποιος πιστεύει ότι είναι ο άλλος και όχι το ποιος θα θέλατε εσείς να είναι, ενισχύει τη σύνδεση χωρίς πίεση.
Η διαφορά είναι ανάμεσα στο «Ήταν εντυπωσιακό αυτό που κάνατε» και στο «Είστε από τους ανθρώπους που εμφανίζονται όταν έχει σημασία». Το δεύτερο αγγίζει βαθύτερα, γιατί επιβεβαιώνει ένα σταθερό στοιχείο της ταυτότητας και όχι απλώς μια μεμονωμένη στιγμή.








