Πλησιάζει η Γιορτή της Μητέρας, η οποία φέτος θα λάβει χώρα την Κυριακή 10 Μαΐου, με σκοπό να τιμήσει τη μοναδική σχέση ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί. Πρόκειται για έναν δεσμό που δεν είναι μόνο συναισθηματικός, αλλά όπως δείχνει η επιστήμη, μπορεί να είναι και βαθιά βιολογικός.
Οι ισχυροί ψυχολογικοί και σωματικοί δεσμοί ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί ξεκινούν ήδη από την εγκυμοσύνη, όταν η μητέρα αποτελεί τα πάντα για το αναπτυσσόμενο έμβρυο, προσφέροντάς του ζεστασιά και τροφή, ενώ ο χτύπος της καρδιάς της λειτουργεί σαν ένας σταθερός και καθησυχαστικός ρυθμός.
Μια έρευνα, μάλιστα, αποκάλυψε ότι κύτταρα των παιδιών μπορούν να παραμένουν για δεκαετίες μέσα στο σώμα και ακόμη και στον εγκέφαλο της μητέρας, αναδεικνύοντας με εντυπωσιακό τρόπο πόσο στενή και πολύπλοκη είναι αυτή η σχέση.
Πώς δημιουργείται η φυσική σύνδεση μητέρας – εμβρύου
Η φυσική σύνδεση ανάμεσα στη μητέρα και το έμβρυο γίνεται μέσω του πλακούντα, ενός οργάνου που αποτελείται από κύτταρα τόσο της μητέρας όσο και του εμβρύου και λειτουργεί ως «γέφυρα» για την ανταλλαγή θρεπτικών συστατικών, αερίων και άχρηστων ουσιών.
Μέσα από τον πλακούντα, κύτταρα μπορούν να περάσουν από το έμβρυο στη μητέρα και αντίστροφα, εγκαθιστάμενα σε διάφορα όργανα του σώματος, όπως οι πνεύμονες, ο θυρεοειδής, οι μύες, το συκώτι, η καρδιά, τα νεφρά και το δέρμα. Τα κύτταρα αυτά φαίνεται ότι μπορεί να έχουν πολλές διαφορετικές επιδράσεις, από την αποκατάσταση ιστών και την προστασία απέναντι στον καρκίνο μέχρι την πυροδότηση διαταραχών του ανοσοποιητικού συστήματος.
Το γεγονός ότι κύτταρα ενός ανθρώπου μπορούν να ενσωματωθούν στους ιστούς ενός άλλου είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Συνήθως σκεφτόμαστε τον εαυτό μας ως μια ξεχωριστή και αυτόνομη ύπαρξη, όμως αυτά τα «ξένα» κύτταρα φαίνεται να αμφισβητούν αυτή την αντίληψη, υποδηλώνοντας ότι οι περισσότεροι άνθρωποι κουβαλούν μέσα τους ίχνη άλλων ατόμων. Και όσο εντυπωσιακό κι αν ακούγεται αυτό, νέα μελέτη αποκάλυψε κάτι ακόμη πιο απρόσμενο: κύτταρα άλλων ανθρώπων εντοπίζονται και στον εγκέφαλο.
Κύτταρα του εμβρύου παραμένουν στον εγκέφαλο της μητέρας για δεκαετίες
Στη μελέτη αυτή, οι ερευνητές βρήκαν ανδρικά κύτταρα στους εγκεφάλους γυναικών και διαπίστωσαν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις παρέμεναν εκεί για δεκαετίες. Το τι ακριβώς επίδραση μπορεί να έχουν παραμένει άγνωστο. Όμως, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι αυτά τα κύτταρα ήταν λιγότερα στους εγκεφάλους γυναικών με νόσο Αλτσχάιμερ, κάτι που υποδηλώνει ότι ίσως σχετίζονται με την υγεία του εγκεφάλου.
Όλοι θεωρούμε το σώμα μας κάτι αποκλειστικά δικό μας, επομένως η ιδέα ότι μπορεί να φιλοξενούμε κύτταρα άλλων ανθρώπων ακούγεται παράξενη. Ακόμη πιο παράξενη είναι η σκέψη ότι, ενώ θεωρούμε πως οι σκέψεις, οι αποφάσεις και οι πράξεις μας προέρχονται αποκλειστικά από τον δικό μας εγκέφαλο, μέσα σε αυτόν μπορεί να ζουν και να λειτουργούν κύτταρα άλλων ανθρώπων. Ωστόσο, η ανάμειξη κυττάρων από γενετικά διαφορετικά άτομα δεν είναι τόσο σπάνια όσο φαίνεται.
Η κατάσταση αυτή ονομάζεται χιμαιρισμός, από τη Χίμαιρα της ελληνικής μυθολογίας, το μυθικό πλάσμα που αποτελούνταν από μέρη διαφορετικών ζώων. Στη φύση, οι χίμαιρες δεν είναι κάτι τρομακτικό και περιλαμβάνουν οργανισμούς όπως οι βλεννομύκητες και τα κοράλλια.
Ο μικροχιμαιρισμός είναι η παραμονή μικρού αριθμού γενετικά διαφορετικών κυττάρων μέσα σε έναν οργανισμό. Το φαινόμενο αυτό παρατηρήθηκε για πρώτη φορά στους ανθρώπους πριν από πολλά χρόνια, όταν επιστήμονες εντόπισαν στο αίμα γυναικών, μετά την εγκυμοσύνη, κύτταρα που περιείχαν το ανδρικό χρωμόσωμα Υ. Επειδή τα κύτταρα αυτά ήταν γενετικά ανδρικά, δεν θα μπορούσαν να ανήκουν στις ίδιες τις γυναίκες και πιθανότατα προέρχονταν από τα μωρά τους κατά τη διάρκεια της κύησης.
Πώς μπορεί να επηρεάζεται η υγεία της μητέρας μέσα από αυτή τη διαδικασία
Στην παραπάνω μελέτη, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι τα μικροχιμαιρικά κύτταρα δεν κυκλοφορούν μόνο στο αίμα αλλά βρίσκονται και μέσα στον εγκέφαλο. Εξέτασαν εγκεφάλους γυναικών που είχαν πεθάνει, αναζητώντας κύτταρα που περιείχαν το ανδρικό χρωμόσωμα Υ. Τέτοια κύτταρα βρέθηκαν σε περισσότερο από το 60% των εγκεφάλων και μάλιστα σε πολλές διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου.
Επειδή η νόσος Αλτσχάιμερ εμφανίζεται συχνότερα σε γυναίκες που έχουν περάσει πολλαπλές εγκυμοσύνες, οι ερευνητές υπέθεσαν ότι οι γυναίκες με Αλτσχάιμερ θα είχαν περισσότερα εμβρυϊκά κύτταρα στον εγκέφαλό τους σε σχέση με γυναίκες χωρίς νευρολογική νόσο. Τα αποτελέσματα όμως ήταν ακριβώς αντίθετα: οι γυναίκες με Αλτσχάιμερ είχαν λιγότερα κύτταρα εμβρυϊκής προέλευσης. Οι λόγοι παραμένουν άγνωστοι.
Ο μικροχιμαιρισμός προκύπτει κυρίως από την ανταλλαγή κυττάρων μέσω του πλακούντα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Εντούτοις, υπάρχουν και ενδείξεις ότι κύτταρα μπορεί να μεταφέρονται από τη μητέρα στο βρέφος μέσω του θηλασμού. Εκτός από την ανταλλαγή κυττάρων ανάμεσα στη μητέρα και το έμβρυο, μπορεί επίσης να υπάρχει ανταλλαγή κυττάρων ανάμεσα σε δίδυμα έμβρυα μέσα στη μήτρα. Επιπλέον, υπάρχει η πιθανότητα κύτταρα από ένα μεγαλύτερο παιδί, τα οποία παραμένουν στο σώμα της μητέρας, να περάσουν ξανά μέσω του πλακούντα σε ένα νεότερο παιδί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Έτσι, μια γυναίκα μπορεί να φέρει μικροχιμαιρικά κύτταρα τόσο από τη δική της μητέρα όσο και από τις δικές της εγκυμοσύνες. Υπάρχουν μάλιστα ενδείξεις ότι κύτταρα της γιαγιάς και του βρέφους μπορεί να «ανταγωνίζονται» μεταξύ τους μέσα στο σώμα της μητέρας.
Το τι ακριβώς κάνουν τα εμβρυϊκά μικροχιμαιρικά κύτταρα στο σώμα της μητέρας δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο, πάντως υπάρχουν ορισμένες ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες θεωρίες. Για παράδειγμα, αυτά τα κύτταρα μοιάζουν με τα βλαστοκύτταρα, καθώς μπορούν να μετατραπούν σε διαφορετικούς τύπους ιστών και ενδεχομένως να συμβάλλουν στην αποκατάσταση βλαβών.
Μια ερευνητική ομάδα που μελέτησε αυτή την πιθανότητα παρακολούθησε τη δράση εμβρυϊκών μικροχιμαιρικών κυττάρων σε μια μητέρα αρουραίο μετά από τραυματισμό της καρδιάς της. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι τα εμβρυϊκά κύτταρα μετακινήθηκαν προς την καρδιά της μητέρας και μετατράπηκαν σε καρδιακά κύτταρα, βοηθώντας στην αποκατάσταση της βλάβης.
Σε μελέτες σε ζώα, μικροχιμαιρικά κύτταρα βρέθηκαν και στους εγκεφάλους μητέρων, όπου μετατράπηκαν σε νευρικά κύτταρα, κάτι που υποδηλώνει ότι ίσως ενσωματώνονται λειτουργικά στον εγκέφαλο. Είναι πιθανό το ίδιο να συμβαίνει και στον ανθρώπινο εγκέφαλο.
Τα μικροχιμαιρικά αυτά κύτταρα μπορεί επίσης να επηρεάζουν το ανοσοποιητικό σύστημα. Ένα εμβρυϊκό μικροχιμαιρικό κύτταρο αναγνωρίζεται από το ανοσοποιητικό σύστημα της μητέρας εν μέρει ως «δικό της», επειδή το έμβρυο είναι γενετικά κατά το ήμισυ ίδιο με τη μητέρα, αλλά και εν μέρει ως ξένο, λόγω της γενετικής συμβολής του πατέρα.
Αυτό ενδέχεται να «εκπαιδεύει» το ανοσοποιητικό σύστημα ώστε να αναγνωρίζει κύτταρα που μοιάζουν με τα κύτταρα του ίδιου του οργανισμού αλλά έχουν κάποιες γενετικές διαφορές. Τα καρκινικά κύτταρα, που προκύπτουν λόγω γενετικών μεταλλάξεων, είναι ακριβώς τέτοια κύτταρα. Ορισμένες μελέτες υποδηλώνουν ότι τα μικροχιμαιρικά κύτταρα μπορεί να ενεργοποιούν το ανοσοποιητικό σύστημα ώστε να περιορίζει την ανάπτυξη όγκων.
Για παράδειγμα, στο αίμα υγιών γυναικών εντοπίζονται πολύ περισσότερα μικροχιμαιρικά κύτταρα σε σύγκριση με γυναίκες με καρκίνο του μαστού, κάτι που υποδηλώνει ότι ενδέχεται να συμβάλλουν στην πρόληψη της ανάπτυξης όγκων. Σε άλλες περιπτώσεις όμως, το ανοσοποιητικό σύστημα στρέφεται εναντίον του ίδιου του οργανισμού, προκαλώντας σοβαρές βλάβες.
Ο μικροχιμαιρισμός εμφανίζεται συχνότερα σε ασθενείς με Σκλήρυνση κατά Πλάκας σε σύγκριση με τα υγιή αδέλφια τους, γεγονός που υποδηλώνει ότι τα χιμαιρικά κύτταρα ίσως παίζουν επιβαρυντικό ρόλο στη συγκεκριμένη νόσο, πιθανώς ενεργοποιώντας μια αυτοάνοση αντίδραση.
Πρόκειται για ένα νέο και ταχέως αναπτυσσόμενο πεδίο έρευνας, με μεγάλες δυνατότητες τόσο για νέες επιστημονικές ανακαλύψεις όσο και για πρακτικές εφαρμογές. Παράλληλα, αποτελεί και μια υπενθύμιση του πόσο στενά συνδεδεμένοι είμαστε μεταξύ μας.








