Ένα νέο χάπι, το οποίο θα χορηγείται σε ημερήσια βάση θα μπορούσε να είναι πιο αποτελεσματικό για την παχυσαρκία και το διαβήτη - σύμφωνα με μια κλινική δοκιμή – προσφέροντας μία βελτιωμένη εναλλακτική λύση συγκριτικά με τα ενέσιμα Wegovy και Mounjaro.
Το φάρμακο, που ονομάζεται ορφοργλιπρόνη (orforglipron) και παρασκευάζεται από την Eli Lilly, μπορεί να συνταγογραφηθεί για τον διαβήτη τύπου 2 και στοχεύει τους ίδιους υποδοχείς GLP-1 με την από του στόματος σεμαγλουτίδη. Όπως και η σεμαγλουτίδη, μειώνει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, επιβραδύνει την πέψη και καταστέλλει την όρεξη.
Σε αντίθεση με τα δισκία σεμαγλουτίδης, δεν χρειάζεται να λαμβάνεται με άδειο στομάχι. Ωστόσο, η ορφοργλιπρόνη δεν έχει ακόμη εγκριθεί από ρυθμιστικές αρχές στο Ηνωμένο Βασίλειο, τις ΗΠΑ ή την Ευρώπη, αν και ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ την εξετάζει. Προς το παρόν, η σεμαγλουτίδη είναι το μόνο φάρμακο GLP-1 για τον διαβήτη τύπου 2 που διατίθεται σε μορφή χαπιού στις ΗΠΑ.
Η σεμαγλουτίδη σε μορφή χαπιού διατίθεται στις ΗΠΑ με την ονομασία Rybelsus για τη θεραπεία του διαβήτη, και η έκδοση χαπιού απώλειας βάρους του Wegovy έχει επίσης μόλις εγκριθεί. Ωστόσο, η από του στόματος σεμαγλουτίδη έχει αποδειχθεί λιγότερο αποτελεσματική για την απώλεια βάρους από τις ενέσεις σεμαγλουτίδης - όπως το Ozempic και το Wegovy - ή τις ενέσεις τιρζεπατίδης όπως το Mounjaro.
Οι ειδικοί πιστεύουν ότι οι εκδόσεις χαπιών θα μπορούσαν να κάνουν τη διαφορά επειδή είναι πιο εύκολες στη λήψη και την αποθήκευση και τελικά μπορεί να είναι φθηνότερες. Τα αποτελέσματα της πρώτης δοκιμής φάσης 3 που σύγκρινε την ορφοργλιπρόνη με την από του στόματος σεμαγλουτίδη έδειξαν ότι οι ασθενείς με διαβήτη έχασαν κατά μέσο όρο 6-8% του σωματικού τους βάρους με ορφοργλιπρόνη, σε σύγκριση με 4-5% με σεμαγλουτίδη.
Η κλινική δοκιμή Achieve-3, που χρηματοδοτήθηκε από την Eli Lilly, μελέτησε περισσότερους από 1.500 ενήλικες με διαβήτη τύπου 2 από 131 ιατρικά ερευνητικά κέντρα και νοσοκομεία στην Αργεντινή, την Κίνα, την Ιαπωνία, το Μεξικό και τις ΗΠΑ. Οι συμμετέχοντες έλαβαν είτε 12mg είτε 36mg ορφοργλιπρόνης, είτε 7mg ή 14mg από του στόματος σεμαγλουτίδης, κατά τη διάρκεια ενός έτους.
Εκτός από τη μεγαλύτερη απώλεια βάρους, οι συμμετέχοντες που έλαβαν οποιαδήποτε δόση ορφοργλιπρόνης κατέγραψαν χαμηλότερα μέσα επίπεδα σακχάρου στο αίμα στο τέλος της δοκιμής σε σχέση με οποιαδήποτε δόση σεμαγλουτίδης. Ωστόσο, τα ποσοστά διακοπής ήταν υψηλότερα στις ομάδες ορφοργλιπρόνης. Περίπου το 9-10% των συμμετεχόντων σταμάτησαν τη θεραπεία λόγω παρενεργειών - κυρίως γαστρεντερικών προβλημάτων - σε σύγκριση με 4-5% στις ομάδες σεμαγλουτίδης.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα, ο Tam Fry, πρόεδρος του Εθνικού Φόρουμ Παχυσαρκίας, δήλωσε: «Η ορφοργλιπρόνη θα μπορούσε να αποτελέσει μία θεραπεία για τους πολύ παχύσαρκους διαβητικούς. Το πραγματικό της πλεονέκτημα έγκειται στην απλή χρήση της. Όταν τελικά κυκλοφορήσει, η διαθεσιμότητά της θα πρέπει να ελέγχεται αυστηρότερα από τη σεμαγλουτίδη για να αποφευχθεί οποιαδήποτε απειλητική για τη ζωή κατάσταση».
Από την πλευρά της, η Δρ. Marie Spreckley, της μονάδας επιδημιολογίας MRC στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, δήλωσε: «Η διακοπή λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών, ιδιαίτερα γαστρεντερικών συμπτωμάτων, αποτελεί βασικό παράγοντα και μπορεί να έχει επιπτώσεις στην τήρηση της φαρμακευτικής αγωγής και την υγεία».








