Η στιγμή της διάγνωσης καρκίνου συνοδεύεται συχνά από έντονο στρες, το οποίο μπορεί να περιπλέξει τη συνολική διαχείριση της νόσου. Πολλοί ασθενείς βιώνουν σημαντική συναισθηματική επιβάρυνση και προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι έως και το 1/3 εμφανίζει κάποια διαταραχή ψυχικής υγείας σε κάποιο στάδιο της πορείας του με καρκίνο.
Έχει φανεί ότι η εμφάνιση τέτοιων διαταραχών αυξάνει σημαντικά τόσο τη νοσηρότητα όσο και τη θνησιμότητα σε αυτόν τον πληθυσμό. Όταν οι ψυχολογικές αντιδράσεις είναι έντονες ή διαρκούν για μεγάλο διάστημα, μπορεί να εξελιχθούν σε σοβαρότερα προβλήματα, όπως κατάθλιψη, αγχώδεις διαταραχές ή, σε ακραίες περιπτώσεις, αυτοκτονικός ιδεασμός και αυτοκτονία.
Αν και πολλές έρευνες έχουν συνδέσει τις διαταραχές ψυχικής υγείας με υψηλότερα ποσοστά θανάτου σε ασθενείς με καρκίνο, οι περισσότερες έχουν σημαντικούς περιορισμούς. Συχνά βασίζονται σε μικρά δείγματα και σε αυτοαναφερόμενα συμπτώματα, όχι σε επιβεβαιωμένες ιατρικές διαγνώσεις, γεγονός που μειώνει την αξιοπιστία των συμπερασμάτων.
Μεγάλες μελέτες που να αξιολογούν κλινικά επιβεβαιωμένες διαταραχές ψυχικής υγείας, ειδικά εκείνες που εμφανίζονται μετά τη διάγνωση καρκίνου, και να εξετάζουν τη σχέση τους με τη θνησιμότητα, είναι περιορισμένες. Επιπλέον, δεν έχει αποσαφηνιστεί επαρκώς ο ρόλος των νεοδιαγνωσμένων ψυχιατρικών διαταραχών και της ψυχοτρόπου φαρμακευτικής αγωγής στην επιβίωση των ογκολογικών ασθενών.
Νέα μελέτη εξέταση την επίδραση της ψυχικής υγείας στην επιβίωση
Μια πρόσφατη μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Cancer, εξέτασε πώς και πότε εμφανίζονται νέες διαταραχές ψυχικής υγείας μέσα στον πρώτο χρόνο μετά τη διάγνωση καρκίνου, αξιοποιώντας δεδομένα από ένα μεγάλο και πολυπολιτισμικό δείγμα ασθενών στο πλαίσιο ενός πολιτειακού ακαδημαϊκού συστήματος υγείας. Στόχος ήταν επίσης να διερευνηθεί η σχέση αυτών των νέων διαγνώσεων με τα συνολικά ποσοστά θνησιμότητας.
Συμπεριλήφθηκαν άτομα ηλικίας 18 ετών και άνω που διαγνώστηκαν για πρώτη φορά με καρκίνο στα νοσοκομεία του University of California από τον Ιανουάριο 2013 έως τον Ιανουάριο 2023. Τα στοιχεία προήλθαν από ανωνυμοποιημένα ηλεκτρονικά ιατρικά αρχεία. Για να θεωρηθεί κάποιος επιλέξιμος, έπρεπε να έχει πραγματοποιήσει τουλάχιστον δύο ιατρικές επισκέψεις με διαφορά 30 ημερών. Τα περιστατικά καρκίνου ταυτοποιήθηκαν με βάση τους σχετικούς διαγνωστικούς κωδικούς.
Οι διαγνώσεις καρκίνου και διαταραχών ψυχικής υγείας καταγράφηκαν σύμφωνα με τη Διεθνή Ταξινόμηση Νοσημάτων, 10η αναθεώρηση, ενώ οι τύποι καρκίνου ομαδοποιήθηκαν ανάλογα με την εντόπισή τους. Συλλέχθηκαν επίσης στοιχεία για ηλικία, φύλο, φυλή, εθνικότητα, συννοσηρότητες και συνταγογραφήσεις ψυχοτρόπων φαρμάκων.
Οι ερευνητές αξιολόγησαν την εμφάνιση νέων διαταραχών ψυχικής υγείας, όπως ψυχωτικές διαταραχές, διαταραχές διάθεσης και αγχώδεις διαταραχές, μέσα σε 12 μήνες από τη διάγνωση καρκίνου, καθώς και τη χορήγηση νέων ψυχοτρόπων φαρμάκων στο ίδιο διάστημα. Κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η θνησιμότητα από κάθε αιτία. Για την ανάλυση χρησιμοποιήθηκαν πολυπαραγοντικά μοντέλα, προσαρμοσμένα για ηλικία, φύλο, φυλή, δείκτη συννοσηρότητας Charlson χωρίς να υπολογίζεται η κακοήθεια, και εντόπιση καρκίνου, με χρονικές αναλύσεις ώστε να ληφθούν υπόψη μεταβολές στον κίνδυνο με την πάροδο του χρόνου.
Οι νέες διαταραχές ψυχικής υγείας αυξάνουν τον κίνδυνο πρώιμου θανάτου
Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν 371.897 ασθενείς με μέση ηλικία 62,1 έτη, οι οποίοι δεν είχαν προηγούμενο ιστορικό διαταραχών ψυχικής υγείας. Σχεδόν οι μισοί ήταν γυναίκες και η πλειονότητα λευκοί. Η διάμεση διάρκεια παρακολούθησης μετά τη διάγνωση ήταν 28,2 μήνες. Στο διάστημα αυτό, το 23,1% των ασθενών κατέληξε, ενώ η συνολική επιβίωση στα 5 έτη έφτανε το 72%.
Οι συχνότεροι τύποι καρκίνου ήταν ο καρκίνος του μαστού, του προστάτη και οι αιματολογικές κακοήθειες. Μέσα σε έναν χρόνο από τη διάγνωση, το 10,6% ανέπτυξε νέα διαταραχή ψυχικής υγείας, συχνότερα γενικευμένη αγχώδη διαταραχή ή μείζονα καταθλιπτική διαταραχή. Περισσότερο από το 1/3 αυτών των ασθενών έλαβε ψυχοτρόπα φάρμακα. Σχεδόν 1 στους 4 ασθενείς με καρκίνο έλαβε συνταγή για βενζοδιαζεπίνες. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα διαθέσιμα δεδομένα δεν περιλάμβαναν τις ενδείξεις ή τα αποτελέσματα αυτών των συνταγογραφήσεων.
Στους ασθενείς που εμφάνισαν πρώιμες διαταραχές ψυχικής υγείας, συχνότερες ήταν οι διαγνώσεις καρκίνου του μαστού και αιματολογικών κακοηθειών. Η εμφάνιση νέων διαταραχών άρχισε να αυξάνεται περίπου 3 μήνες πριν από τη διάγνωση καρκίνου και κορυφώθηκε μέσα στους πρώτους 6 μήνες μετά από αυτήν. Το μοτίβο αυτό πιθανόν αντανακλά την αυξημένη επιβάρυνση από συμπτώματα, την αβεβαιότητα της διάγνωσης, τις βιολογικές αντιδράσεις στρες ή και την εντονότερη ιατρική παρακολούθηση και καταγραφή εκείνη την περίοδο. Καρκίνοι με χαμηλά ποσοστά επιβίωσης, όπως ο καρκίνος του παγκρέατος, συσχετίστηκαν ισχυρότερα με νέες διαταραχές ψυχικής υγείας, ενώ καρκίνοι με καλύτερη πρόγνωση, όπως ο μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος, εμφάνισαν ασθενέστερη συσχέτιση.
Αν και ως «πρώιμες» ορίστηκαν οι διαγνώσεις εντός 12 μηνών, οι περισσότερες εμφανίστηκαν στους πρώτους 6 μήνες.
Οι ασθενείς που ανέπτυξαν νέα διαταραχή ψυχικής υγείας σε αυτό το διάστημα είχαν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο θανάτου στο πρώτο χρονικό παράθυρο, δηλαδή από 12 έως 35 μήνες μετά τη διάγνωση, με προσαρμοσμένο λόγο κινδύνου περίπου 1,5. Ο κίνδυνος μειωνόταν με την πάροδο του χρόνου και δεν ήταν πλέον στατιστικά σημαντικός στο διάστημα 60 έως 120 μηνών.
Ο κίνδυνος ήταν ακόμη υψηλότερος για όσους έλαβαν νέα ψυχοτρόπα φάρμακα στην πρώιμη περίοδο, με τον κίνδυνο θανάτου να είναι μεγαλύτερο κατά 2,7 φορές για ένα διάστημα 12 έως 35 μηνών. Μετά το διάστημα αυτό ο κίνδυνος μειωνόταν. Συνολικά, τα ευρήματα δείχνουν ότι οι ψυχικές δυσκολίες που εμφανίζονται νωρίς μετά τη διάγνωση καρκίνου συνδέονται στενά με χειρότερη βραχυπρόθεσμη επιβίωση.
Τι σημαίνουν όλα αυτά
Οι ασθενείς που εμφανίζουν διαταραχή ψυχικής υγείας μετά τη διάγνωση καρκίνου και λαμβάνουν ψυχοτρόπα φάρμακα φαίνεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου από κάθε αιτία. Ωστόσο, ο σχεδιασμός της μελέτης δεν επιτρέπει να αποδειχθεί αιτιώδης σχέση. Η χρήση ψυχοτρόπων φαρμάκων μπορεί να αντικατοπτρίζει πιο σοβαρή ψυχιατρική εικόνα, μεγαλύτερο φορτίο νόσου ή άλλους υποκείμενους παράγοντες και όχι απαραίτητα άμεση επιβλαβή επίδραση των φαρμάκων. Επιπλέον, η χρήση διαγνωστικών κωδικών από ηλεκτρονικά αρχεία ενδέχεται να εισάγει μεροληψία στην καταγραφή.
Η σύνδεση αυτή αναδεικνύει την ανάγκη για μοντέλα φροντίδας που αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα τις σωματικές και τις ψυχολογικές ανάγκες των ασθενών με καρκίνο. Πολυεπιστημονικές προσεγγίσεις, με συστηματικό έλεγχο ψυχικής υγείας, έγκαιρη παρέμβαση και συνεχή υποστήριξη, ενδέχεται να συμβάλουν στη μείωση του αυξημένου κινδύνου θνησιμότητας. Η ενσωμάτωση της ολοκληρωμένης φροντίδας ψυχικής υγείας στην ογκολογική αντιμετώπιση μπορεί να βελτιώσει τόσο τα συνολικά αποτελέσματα όσο και την ποιότητα ζωής των ασθενών.








