Για δεκαετίες, οι επιστήμονες παρατηρούν ότι ο καρκίνος και η νόσος Αλτσχάιμερ σπάνια συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο, γεγονός που έχει οδηγήσει στην υπόθεση ότι η μία πάθηση ενδέχεται να προσφέρει κάποιον βαθμό προστασίας απέναντι στην άλλη.
Μια νέα μελέτη σε ποντίκια δίνει πλέον μια πιθανή μοριακή απάντηση σε αυτό το ιατρικό αίνιγμα. Μια πρωτεΐνη που παράγεται από καρκινικά κύτταρα φαίνεται να περνά στον εγκέφαλο, όπου συμβάλλει στη διάσπαση συσσωματωμάτων λανθασμένα αναδιπλωμένων πρωτεϊνών, τα οποία συνδέονται στενά με τη νόσο Αλτσχάιμερ. Η μελέτη, η οποία χρειάστηκε 15 χρόνια για να ολοκληρωθεί, δημοσιεύτηκε στις 22 Ιανουαρίου στο επιστημονικό περιοδικό Cell και θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για τον σχεδιασμό νέων θεραπειών κατά της νόσου Αλτσχάιμερ.
«Έχουν βρει ένα κομμάτι του παζλ. Δεν είναι σε καμία περίπτωση ολόκληρη η εικόνα. Είναι, όμως, ένα ενδιαφέρον τμήμα της», ανέφερε ο Donald Weaver, νευρολόγος και χημικός στο Krembil Research Institute του Πανεπιστημίου του Τορόντο, ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη.
Το αίνιγμα του Αλτσχάιμερ
Το ερώτημα αυτό απασχολεί τον Weaver από τα πρώτα του βήματα στην ιατρική, όταν ένας ανώτερος παθολογοανατόμος έκανε μια φαινομενικά πρόχειρη παρατήρηση. «Αν δείτε κάποιον με νόσο Αλτσχάιμερ, δεν είχε ποτέ καρκίνο». Η φράση αυτή έμεινε στη σκέψη του Weaver όλα αυτά τα χρόνια, καθώς διέγνωσε χιλιάδες ασθενείς με νόσο Αλτσχάιμερ. «Δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε έναν που να είχε ιστορικό καρκίνου», ανέφερε.
Τα επιδημιολογικά δεδομένα δεν δείχνουν τόσο απόλυτο διαχωρισμό. Ωστόσο, μια μεταανάλυση του 2020, η οποία περιέλαβε δεδομένα από περισσότερους από 9,6 εκατομμύρια ανθρώπους, έδειξε ότι η διάγνωση καρκίνου συνδέθηκε με 11% χαμηλότερη εμφάνιση της νόσου Αλτσχάιμερ. Η σχέση αυτή είναι δύσκολο να ερμηνευτεί, καθώς οι ερευνητές πρέπει να λάβουν υπόψη πολλούς εξωτερικούς παράγοντες. Για παράδειγμα, κάποιοι άνθρωποι μπορεί να πεθαίνουν από καρκίνο πριν φτάσουν στην ηλικία όπου εμφανίζονται τα συμπτώματα της νόσου Αλτσχάιμερ, ενώ ορισμένες αντικαρκινικές θεραπείες προκαλούν γνωστικές δυσκολίες, κάτι που μπορεί να δυσκολεύει τη διάγνωση.
Παρόλα αυτά, με την πάροδο του χρόνου τα δεδομένα συγκεντρώθηκαν αρκετά ώστε να πείσουν τον Youming Lu, νευρολόγο στο Huazhong University of Science and Technology στη Γουχάν της Κίνας, να εξετάσει πιο διεξοδικά τη βιολογική βάση αυτής της παρατήρησης.
Πώς έγινε η μελέτη
Οι ερευνητές στο εργαστήριο του Lu αφιέρωσαν έξι χρόνια προσπαθώντας να βρουν τον κατάλληλο τρόπο να μοντελοποιήσουν και τις δύο παθήσεις σε ποντίκια. Τελικά, η ομάδα αποφάσισε να μεταμοσχεύσει 3 διαφορετικούς τύπους ανθρώπινων όγκων, του πνεύμονα, του προστάτη και του παχέος εντέρου, σε ζωικά μοντέλα της νόσου Αλτσχάιμερ. Τα ποντίκια που ανέπτυξαν καρκίνο δεν εμφάνισαν τις χαρακτηριστικές εγκεφαλικές πλάκες της νόσου, σύμφωνα με τον Lu. «Τότε αναρωτηθήκαμε γιατί».
Οι ερευνητές ανέλυσαν τις πρωτεΐνες που εκκρίνονταν από τα καρκινικά κύτταρα, αναζητώντας εκείνες που μπορούν να διαπεράσουν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, το φυσικό προστατευτικό όριο του εγκεφάλου. Η διαδικασία αυτή, που διήρκεσε περισσότερα από έξι χρόνια, κατέληξε σε μία μόνο πρωτεΐνη. Την κυστεατίνη C.
Περαιτέρω πειράματα σε ποντίκια έδειξαν ότι η κυστεατίνη C συνδέεται με τα μόρια που σχηματίζουν τις χαρακτηριστικές πλάκες της νόσου Αλτσχάιμερ. Αυτή η αλληλεπίδραση ενεργοποιεί μια πρωτεΐνη σηματοδότησης, την TREM2, η οποία βρίσκεται σε ορισμένα ανοσοκύτταρα που επιτηρούν τον εγκέφαλο.
Στη συνέχεια, τα ανοσοκύτταρα αυτά διασπούν τις πλάκες. Στα ποντίκια του Lu, η διάσπαση των πλακών συνδέθηκε με καλύτερη απόδοση σε γνωστικά τεστ.
Αν τα ευρήματα επιβεβαιωθούν και σε ανθρώπους, θα μπορούσαν να ανοίξουν τον δρόμο για νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις, σύμφωνα με τη Jeanne Mandelblatt, ερευνήτρια καρκίνου στο Georgetown University στην Ουάσινγκτον.
Τι ανακάλυψαν οι επιστήμονες
Ο Weaver δήλωσε ότι τον εξέπληξε ιδιαίτερα το γεγονός ότι η κυστεατίνη C μπορεί να περάσει στον εγκέφαλο. «Είναι σαν να προσπαθεί κανείς να περάσει ένα λεωφορείο μέσα από τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό», ανέφερε. Ο Lu εξήγησε ότι μελέτες έχουν δείξει πως ο αιματοεγκεφαλικός φραγμός εξασθενεί σε άτομα με πρώιμη νόσο Αλτσχάιμερ. Ωστόσο, ο Weaver σημείωσε ότι παραμένει ασαφές αν αυτό συμβαίνει αρκετά νωρίς ώστε να επιτρέψει στην κυστεατίνη C να εισέλθει στον εγκέφαλο πριν εμφανιστούν τα συμπτώματα.
Ανεξάρτητα από αυτό, το εύρημα ότι η κυστεατίνη C μπορεί να ενεργοποιήσει την TREM2 θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό. Οι επιστήμονες εδώ και χρόνια προσπαθούν να αναπτύξουν φάρμακα που να ενεργοποιούν αυτή την πρωτεΐνη, κάτι που αποδεικνύεται δύσκολο, καθώς τα περισσότερα φάρμακα έχουν σχεδιαστεί για να απενεργοποιούν πρωτεΐνες. «Είναι πάντα πιο εύκολο να καταστρέψεις κάτι παρά να το βελτιώσεις», ανέφερε ο Weaver.
Μέχρι στιγμής, οι πρώιμες κλινικές δοκιμές μορίων που ενεργοποιούν την TREM2 έχουν δώσει αντικρουόμενα αποτελέσματα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρόκειται για αδιέξοδο. «Για τη θεραπεία της νόσου Αλτσχάιμερ θα χρειαστεί ένας συνδυασμός φαρμάκων», ανέφερε. «Δεν υπάρχει μία και μοναδική μαγική λύση».







