Μια νέα επιστημονική έρευνα δείχνει ότι περίπου το 50% της διάρκειας ζωής μπορεί να καθορίζεται από τα γονίδια. Το ποσοστό αυτό είναι υπερδιπλάσιο σε σχέση με προηγούμενες εκτιμήσεις που αφορούσαν τη μακροζωία. Ωστόσο, παραμένει ασαφές αν το εύρημα ισχύει το ίδιο για όλους τους πληθυσμούς.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο περιοδικό Science και βασίστηκε σε ένα ειδικά σχεδιασμένο μαθηματικό μοντέλο. Το μοντέλο επέτρεψε στους ερευνητές να αφαιρέσουν από τους υπολογισμούς εξωτερικές αιτίες θανάτου, όπως ατυχήματα ή λοιμώξεις, ώστε να εκτιμηθεί πιο καθαρά η γενετική συμβολή.
Συνήθως, η κληρονομικότητα ανθρώπινων χαρακτηριστικών μελετάται μέσω ερευνών σε δίδυμα. Τα πανομοιότυπα δίδυμα μοιράζονται σχεδόν το 100% του DNA τους, ενώ τα διζυγωτικά περίπου το 50%. Αν ένα χαρακτηριστικό επηρεάζεται έντονα από τα γονίδια, τότε η ομοιότητα είναι πολύ μεγαλύτερη στα πανομοιότυπα δίδυμα. Με αυτόν τον τρόπο, οι επιστήμονες συγκρίνουν τη διάρκεια ζωής πολλών ζευγαριών διδύμων. Αν η γενετική επίδραση είναι ισχυρή, οι ηλικίες θανάτου των πανομοιότυπων διδύμων τείνουν να μοιάζουν περισσότερο μεταξύ τους.
Παλαιότερες μελέτες, είχαν εκτιμήσει ότι η κληρονομικότητα της μακροζωίας κυμαίνεται μόλις από 6% έως 25%, κάτι που έδειχνε μικρή γενετική επιρροή. Τα ποσοστά αυτά ήταν χαμηλότερα από εκείνα άλλων πολύπλοκων χαρακτηριστικών, όπως ορισμένες ψυχιατρικές διαταραχές ή η διάρκεια ζωής σε άλλα θηλαστικά, όπου η γενετική συμβολή φτάνει περίπου το 50%.
Παρόλα αυτά, η ύπαρξη οικογενειών με πολλά μέλη που ζουν πολλά χρόνια, καθώς και η γενετική προδιάθεση για ασθένειες της τρίτης ηλικίας, όπως τα καρδιακά νοσήματα, υποδήλωναν ότι η γενετική ίσως παίζει μεγαλύτερο ρόλο απ’ όσο πιστευόταν.
Το βασικό πρόβλημα είναι ο διαχωρισμός των αιτιών θανάτου.
Ορισμένες σχετίζονται έντονα με τη γενετική, όπως οι ασθένειες που εμφανίζονται με την ηλικία ή η γενικότερη σωματική φθορά. Άλλες είναι εξωτερικές, όπως ατυχήματα ή λοιμώξεις. Στις παλαιότερες μελέτες συνήθως εξεταζόταν μόνο η ηλικία θανάτου, χωρίς λεπτομέρειες για την αιτία.
Η νέα ερευνητική ομάδα δημιούργησε ένα μοντέλο που υπολογίζει μαθηματικά αυτές τις εξωτερικές επιδράσεις, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για την αιτία θανάτου. Χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από δίδυμους στη Σουηδία, τη Δανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, γεννημένους μεταξύ 1870 και 1935. Σε όλες τις περιπτώσεις, η εκτίμηση της κληρονομικότητας της διάρκειας ζωής ήταν περίπου 50%. Επιπλέον, παρατηρήθηκε ότι οι άνθρωποι που γεννήθηκαν σε διαφορετικές δεκαετίες είχαν διαφορετική έκθεση σε λοιμώξεις και άλλους εξωτερικούς κινδύνους.
Παρ’ όλα αυτά, το νέο μοντέλο έδωσε σταθερά αποτελέσματα, ανεξάρτητα από αυτές τις αλλαγές στο περιβάλλον.
Όπως κάθε μοντέλο, έτσι και αυτό έχει περιορισμούς. Το ιδανικό θα ήταν να υπάρχουν ακριβή στοιχεία για την αιτία θανάτου κάθε ατόμου, ώστε να γίνεται άμεσος διαχωρισμός μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων. Επίσης, τα διαθέσιμα δεδομένα προέρχονται κυρίως από άτομα βορειοευρωπαϊκής καταγωγής, επομένως δεν είναι βέβαιο ότι τα ίδια ποσοστά ισχύουν και σε άλλες περιοχές του κόσμου.
Τα ευρήματα μπορεί να έχουν σημαντικές επιπτώσεις για την ιατρική, ειδικά καθώς οι πληθυσμοί γερνούν. Η καλύτερη κατανόηση των γονιδίων που επηρεάζουν τη μακροζωία και τα χρόνια καλής υγείας θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρεμβάσεις που βελτιώνουν την ποιότητα ζωής.
Παρά τα υψηλά ποσοστά κληρονομικότητας, τα αποτελέσματα δεν σημαίνουν ότι η μακροζωία είναι προκαθορισμένη. Τα γονίδια δίνουν μια προδιάθεση, όμως ο τρόπος ζωής και το περιβάλλον παραμένουν εξίσου σημαντικοί. Η φροντίδα της υγείας και οι σωστές συνήθειες μπορούν να κάνουν μεγάλη διαφορά.








