Διαλειμματική νηστεία: Η επίδραση που έχει στις ορμόνες των γυναικών με πολυκυστικές ωοθήκες

Διαλειμματική νηστεία: Η επίδραση που έχει στις ορμόνες των γυναικών με πολυκυστικές ωοθήκες
Sasun Bughdaryan / Unsplash
Δευτέρα, 06/04/2026 - 20:10

Η διαλειμματική νηστεία φαίνεται να ωφελεί τις γυναικείες ορμόνες στις πολυκυστικές ωοθήκες, σύμφωνα με μελέτη.

Το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών επηρεάζει έως και το 18% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας. Πρόκειται για μια κατάσταση κατά την οποία ο οργανισμός παράγει αυξημένες ποσότητες ανδρογόνων, κυρίως τεστοστερόνης. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχές του κύκλου, παχυσαρκία και ακόμη και υπογονιμότητα.

«Η πρώτη γραμμή θεραπείας είναι συνήθως η ορμονική αντισύλληψη», ανέφερε στο Medical Express η Krista Varady, καθηγήτρια διατροφής στο UIC. Ωστόσο, όπως εξήγησε, μπορεί να προκαλέσει παρενέργειες στη διάθεση, τη libido και τον μεταβολισμό, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις αυξάνει και τον κίνδυνο εγκεφαλικού.

«Αναζητούμε άλλους τρόπους για να μειώσουμε τα επίπεδα τεστοστερόνης σε αυτές τις γυναίκες. Ένας από αυτούς είναι η απώλεια βάρους. Αν κάποιος χάσει περίπου 5% του σωματικού του βάρους, μπορεί να μειώσει την τεστοστερόνη και να αποφύγει τη φαρμακευτική αγωγή», τόνισε η ίδια.

Μια νέα μελέτη με επικεφαλής τη Varady εξέτασε πώς μια μέθοδος απώλειας βάρους, η διαλειμματική νηστεία, επηρεάζει τις ορμόνες και τα συμπτώματα σε γυναίκες με πολυκυστικές ωοθήκες. Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Nature Medicine, έδειξε ότι ο περιορισμός της κατανάλωσης τροφής σε ένα παράθυρο 6 ωρών την ημέρα μείωσε την τεστοστερόνη, χωρίς να επηρεάζει αρνητικά τις γυναικείες ορμόνες. Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι και η απώλεια βάρους μέσω καταμέτρησης θερμίδων οδηγεί σε μείωση της τεστοστερόνης.

Από την άλλη, όπως ανέφερε η Varady, ορισμένοι επικριτές της διαλειμματικής νηστείας υποστηρίζουν ότι η συγκεκριμένη διατροφή διαταράσσει τις γυναικείες ορμόνες.

«Υπάρχει η αντίληψη ότι η διαλειμματική νηστεία είναι πολύ κακή για τις γυναίκες. Αυτό δεν ισχύει. Αυτή η μελέτη, αλλά και άλλες που έχουμε δημοσιεύσει εμείς και άλλες ερευνητικές ομάδες, δείχνουν ότι μπορεί να βελτιώσει τα επίπεδα των γυναικείων ορμονών, ιδιαίτερα σε γυναίκες με πολυκυστικές ωοθήκες», επισήμανε η ερευνήτρια.

Πώς λειτουργεί η χρονικά περιορισμένη κατανάλωση τροφής

Η Varady και οι συνεργάτες της μελέτησαν μια μορφή διαλειμματικής νηστείας που ονομάζεται χρονικά περιορισμένη κατανάλωση τροφής. Σε αυτή τη μέθοδο, τρώτε μόνο μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό παράθυρο 6 ή 8 ωρών κάθε ημέρα. Τις υπόλοιπες 18 ή 16 ώρες, καταναλώνετε μόνο νερό και ροφήματα χωρίς θερμίδες, μέχρι την επόμενη ημέρα.

Με απλά λόγια, η πρακτική αυτή βοηθά στο να τρώτε λιγότερο, ανέφερε η Varady. Το ίδιο μπορεί να επιτευχθεί και με την καταμέτρηση θερμίδων, μια μέθοδο που εξετάστηκε παράλληλα στη μελέτη. Όμως, η διαλειμματική νηστεία φαίνεται να έχει και επιπλέον οφέλη.

«Είναι ένας τρόπος να μειωθεί η ενεργειακή πρόσληψη χωρίς να χρειάζεται πολύπλοκη καταμέτρηση θερμίδων», ανέφερε. Όπως έχουν δείξει και προηγούμενες μελέτες της ίδιας και άλλων ερευνητών, η κατανάλωση τροφής μέσα σε ένα παράθυρο οκτώ ωρών μπορεί να μειώσει την ημερήσια πρόσληψη κατά περίπου 300 έως 500 θερμίδες.

Τα συμπτώματα και ο σχεδιασμός της μελέτης

Εκτός από την παχυσαρκία και την αντίσταση στην ινσουλίνη, που αυξάνουν τον κίνδυνο διαβήτη και καρδιακών παθήσεων, οι πολυκυστικές ωοθήκες μπορεί να προκαλέσουν κύστεις στις ωοθήκες, ακμή και αυξημένη τριχοφυΐα στο πρόσωπο.

Στη μελέτη συμμετείχαν 76 προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με πολυκυστικές ωοθήκες. Οι ερευνητές συνέκριναν τα αποτελέσματα μετά από 6 μήνες ανάμεσα σε δύο ομάδες: μία που ακολουθούσε χρονικά περιορισμένη κατανάλωση τροφής από τη μία έως τις 7 το απόγευμα καθημερινά και μία που ακολουθούσε καταμέτρηση θερμίδων. Και στις δύο περιπτώσεις, η ημερήσια πρόσληψη μειώθηκε κατά περίπου 200 θερμίδες, οδηγώντας σε μέση απώλεια βάρους περίπου 10 κιλών μέσα στο εξάμηνο.

Τα βασικά ορμονικά και μεταβολικά ευρήματα

Και στις δύο ομάδες παρατηρήθηκε μείωση των επιπέδων τεστοστερόνης. Ωστόσο, μόνο η χρονικά περιορισμένη κατανάλωση τροφής μείωσε τον δείκτη ελεύθερων ανδρογόνων, δηλαδή τη σχέση μεταξύ τεστοστερόνης και της πρωτεΐνης που τη μεταφέρει στο αίμα, ο οποίος δείχνει πόση ενεργή τεστοστερόνη φτάνει στους ιστούς. Παράλληλα, βελτιώθηκαν και τα επίπεδα A1C, που αποτελούν δείκτη κινδύνου για διαβήτη.

Αν και η διαλειμματική νηστεία δεν βελτίωσε άλλα συμπτώματα, όπως οι διαταραχές της περιόδου, η Varady υπογράμμισε ότι αυτά ενδέχεται να βελτιωθούν με μεγαλύτερη διάρκεια εφαρμογής της διατροφής και μεγαλύτερη απώλεια βάρους.

«Περίπου το 80% των γυναικών που ακολούθησαν τη χρονικά περιορισμένη κατανάλωση τροφής δήλωσαν ότι σκοπεύουν να συνεχίσουν», κατέληξε.