Γιατί αρρωσταίνουμε πιο συχνά το χειμώνα - Δεν φταίει το κρύο

Γιατί αρρωσταίνουμε πιο συχνά το χειμώνα - Δεν φταίει το κρύο
Spencer Backman / Unsplash
Πέμπτη, 22/01/2026 - 06:29

Οι πραγματικοί λόγοι που αρρωσταίνουμε περισσότερο όταν κάνει κρύο.

Σε πολλές κουλτούρες, οι άνθρωποι μεγαλώνουν με την πεποίθηση ότι το κρύο προκαλεί αρρώστια. Το να βγείτε έξω χωρίς μπουφάν, να αναπνεύσετε κρύο αέρα, να κοιμηθείτε σε ένα δροσερό δωμάτιο, να σας πιάσει βροχή ή χιόνι ή απλώς να νιώσετε ότι κρυώσατε, συχνά θεωρούνται αιτίες για κρυολόγημα ή γρίπη.

Αυτή η αντίληψη φαίνεται πειστική, γιατί πολλές φορές η ασθένεια ακολουθεί την έκθεση στο κρύο. Ωστόσο, η σύγχρονη επιστημονική έρευνα δείχνει ότι η σχέση ανάμεσα στο κρύο και την ασθένεια είναι πιο σύνθετη από την απλή ιδέα ότι το κρύο προκαλεί τη νόσο.

Όπως εξήγησε στο Science Alert ο Manal Mohammed, καθηγητής Ιατρικής Μικροβιολογίας στο πανεπιστήμιο το Westmister, οι χαμηλές θερμοκρασίες από μόνες τους δεν προκαλούν λοιμώξεις. Αντίθετα, επηρεάζουν έναν συνδυασμό βιολογικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών παραγόντων, που αυξάνουν την ευαλωτότητα στις λοιμώξεις του αναπνευστικού, ιδιαίτερα τους χειμερινούς μήνες.

Γιατί αρρωσταίνουμε περισσότερο το χειμώνα

Το κρυολόγημα και η γρίπη προκαλούνται από ιούς και όχι από τον κρύο αέρα. Ιοί όπως οι ρινοϊοί, που ευθύνονται για το κοινό κρυολόγημα, και οι ιοί της γρίπης μεταδίδονται από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσω αναπνευστικών σταγονιδίων ή σωματικής επαφής, ανεξάρτητα από τη θερμοκρασία που επικρατεί έξω.

Ωστόσο, τα ποσοστά των λοιμώξεων του αναπνευστικού αυξάνονται σταθερά στις πιο κρύες εποχές του χρόνου σε πολλές περιοχές του κόσμου, ένα φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί παγκοσμίως.

Αυτό το εποχικό μοτίβο σχετίζεται εν μέρει με τον τρόπο που οι χαμηλές θερμοκρασίες και η χαμηλή υγρασία επηρεάζουν τους ιούς στο περιβάλλον. Μελέτες δείχνουν ότι πολλοί ιοί του αναπνευστικού, όπως οι ιοί της γρίπης και οι κορωνοϊοί, επιβιώνουν περισσότερο και παραμένουν μολυσματικοί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε ψυχρές και ξηρές συνθήκες.

Ο ξηρός αέρας κάνει επίσης τα πολύ μικρά σταγονίδια που απελευθερώνονται όταν αναπνέουμε, μιλάμε, βήχουμε ή φτερνιζόμαστε να εξατμίζονται πιο γρήγορα. Έτσι δημιουργούνται μικρότερα σωματίδια, τα οποία παραμένουν αιωρούμενα στον αέρα για περισσότερη ώρα, αυξάνοντας την πιθανότητα να τα εισπνεύσουν άλλοι άνθρωποι.

Με αυτόν τον τρόπο, ο κρύος και ξηρός αέρας βοηθά τους ιούς να παραμένουν στο περιβάλλον και αυξάνει τις πιθανότητες να φτάσουν στο αναπνευστικό σύστημα ενός άλλου ατόμου.

Ο κρύος αέρας επηρεάζει και τους αμυντικούς μηχανισμούς του οργανισμού. Η εισπνοή κρύου αέρα μειώνει τη θερμοκρασία στο εσωτερικό της μύτης και των αεραγωγών, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει αγγειοσύσπαση, δηλαδή στένωση των αιμοφόρων αγγείων και μειωμένη ροή αίματος στους ιστούς.

Στον βλεννογόνο της μύτης και των αεραγωγών, αυτή η μειωμένη αιμάτωση μπορεί να αποδυναμώσει τις τοπικές ανοσολογικές αντιδράσεις, οι οποίες υπό φυσιολογικές συνθήκες βοηθούν στον εντοπισμό και την εξουδετέρωση των ιών πριν προκαλέσουν λοίμωξη.

Η έκθεση στο κρύο και το στρες που σχετίζεται με αυτό μπορούν επίσης να διαταράξουν τη φυσιολογική λειτουργία των αεραγωγών, ιδιαίτερα σε άτομα με ευαίσθητο αναπνευστικό σύστημα.

Όλα αυτά μαζί μπορούν να αποδυναμώσουν τις πρώτες γραμμές άμυνας του οργανισμού στη μύτη και τον λαιμό. Ο κρύος αέρας δεν δημιουργεί ιούς, αλλά μπορεί να διευκολύνει την εγκατάστασή τους όταν υπάρξει έκθεση.

Συνωστισμός και στενή επαφή

Οι εποχικές αλλαγές στη συμπεριφορά των ανθρώπων και στους εσωτερικούς χώρους παίζουν επίσης καθοριστικό ρόλο. Ο κρύος καιρός οδηγεί περισσότερους ανθρώπους να περνούν χρόνο σε κλειστούς χώρους, συχνά σε στενή επαφή με άλλους. Οι συνωστισμένοι χώροι με ανεπαρκή αερισμό επιτρέπουν τη συσσώρευση ιικών σωματιδίων στον αέρα, αυξάνοντας την πιθανότητα μετάδοσης.

Τον χειμώνα, η μειωμένη έκθεση στο ηλιακό φως οδηγεί και σε χαμηλότερη παραγωγή βιταμίνης D. Η βιταμίνη D παίζει ρόλο στη ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος και τα χαμηλά επίπεδά της συνδέονται με πιο αδύναμες ανοσολογικές αποκρίσεις. Παράλληλα, η θέρμανση των εσωτερικών χώρων, αν και απαραίτητη, ξηραίνει τον αέρα.

Ο ξηρός αέρας μπορεί να ξηράνει τον βλεννογόνο της μύτης και του λαιμού, μειώνοντας την αποτελεσματικότητα της βλέννας. Η βλέννα φυσιολογικά παγιδεύει τους ιούς και βοηθά στην απομάκρυνσή τους από τους αεραγωγούς, μέσω της λεγόμενης βλεννοκροσσωτής κάθαρσης. Όταν αυτή η διαδικασία διαταράσσεται, οι ιοί μπορούν ευκολότερα να μολύνουν τα κύτταρα.

Αυτό που δεν επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία είναι η ιδέα ότι το να κρυώσετε απλώς, για παράδειγμα βγαίνοντας έξω χωρίς μπουφάν, προκαλεί άμεσα κρυολόγημα ή γρίπη. Αντίθετα, το κρύο λειτουργεί ως παράγοντας που ενισχύει τον κίνδυνο, δημιουργώντας συνθήκες που βοηθούν τους ιούς να επιβιώνουν, να μεταδίδονται και να ξεπερνούν τις άμυνες του οργανισμού.

Με λίγα λόγια, το κρύο και η ασθένεια συνδέονται, αλλά όχι με τον τρόπο που συχνά υποθέτουμε. Οι χαμηλές θερμοκρασίες δεν προκαλούν από μόνες τους λοιμώξεις. Διαμορφώνουν όμως τις βιολογικές, περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνθήκες που επιτρέπουν στους ιούς του αναπνευστικού να ευδοκιμήσουν.

Η κατανόηση αυτής της διάκρισης έχει πρακτική σημασία. Η καλύτερη ποιότητα αερισμού στους εσωτερικούς χώρους και η διατήρηση επαρκούς υγρασίας τον χειμώνα μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο μετάδοσης. Η υποστήριξη της ανοσολογικής υγείας, όπως η διατήρηση επαρκών επιπέδων βιταμίνης D, μπορεί επίσης να βοηθήσει.

Τελευταία τροποποίηση στις 22/01/2026 - 03:02