Ανεπάρκεια βιταμίνης D - Πώς επηρεάζεται το ανοσοποιητικό

Ανεπάρκεια βιταμίνης D - Πώς επηρεάζεται το ανοσοποιητικό
Δευτέρα, 05/01/2026 - 06:24

Η έλλειψη βιταμίνης D αποτελεί ένα ευρέως διαδεδομένο αλλά συχνά υποτιμημένο πρόβλημα.

Μήπως αρρωσταίνετε συχνά με συνάχι; Ή μήπως κολλάτε COVID-19 ξανά και ξανά, ακόμη κι όταν οι γύρω σας δεν αρρωσταίνουν; Ο λόγος μπορεί να είναι τα επίπεδα βιταμίνης D στον οργανισμό σας ή ακόμη πιο σωστά... η έλλειψή της.

Η βιταμίνη D είναι ζωτικής σημασίας για τον οργανισμό μας, από την ανάπτυξη των οστών έως, φυσικά, τη λειτουργία του ανοσοποιητικού μας. Μπορούμε να τη λάβουμε μέσω της τροφής, της έκθεσης στον ήλιο και των συμπληρωμάτων, ωστόσο η διατροφή και ο ήλιος συνήθως δεν επαρκούν.

«Γνωρίζουμε ότι η βιταμίνη D παίζει καθοριστικό ρόλο στον έλεγχο τόσο της επίκτητης όσο και της έμφυτης ανοσίας», δήλωσε ο δρ Michael Holick, καθηγητής Ιατρικής, Φαρμακολογίας, Φυσιολογίας & Βιοφυσικής και Μοριακής Ιατρικής στη Σχολή Ιατρικής Chobanian & Avedisian του Πανεπιστημίου της Βοστώνης. «Είναι ένας από τους βασικούς ρυθμιστές του ανοσοποιητικού σας συστήματος».

Επιπλέον, η Diane Stadler, διευθύντρια των μεταπτυχιακών προγραμμάτων Ανθρώπινης Διατροφής στη Σχολή Ιατρικής του Oregon Health & Science University, ανέφερε: «Υπάρχουν πολλές και συνεχώς αυξανόμενες ενδείξεις που συνδέουν την έλλειψη βιταμίνης D, δηλαδή τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D στο αίμα, με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αναπνευστικών νοσημάτων και διαφόρων βακτηριακών λοιμώξεων». Η ίδια διευκρίνισε ότι η έλλειψη βιταμίνης D δεν προκαλεί άμεσα τις ασθένειες. Αντίθετα, τα προβλήματα υγείας σχετίζονται με τον ρόλο που παίζει η βιταμίνη D στην ανοσολογική απόκριση του οργανισμού.

Πώς δρα η βιταμίνη D

Η βιταμίνη D δρα με διάφορους τρόπους ώστε να ενισχύει την ανοσολογική αντίδραση. Αν δεν υπάρχουν επαρκή επίπεδα βιταμίνης D, το ανοσοποιητικό μας δεν θα λειτουργεί τόσο αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση των συνηθισμένων βακτηριακών και ιογενών λοιμώξεων, στις οποίες είμαστε εκτεθειμένοι περισσότερο, ειδικά τους χειμερινούς μήνες.

Χωρίς επαρκή βιταμίνη D, το σώμα δεν μπορεί να αντιδράσει με την ίδια αποτελεσματικότητα απέναντι σε απειλές όπως το κοινό κρυολόγημα και η COVID-19. Στην έρευνά του στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, ο Holick διαπίστωσε ότι τα άτομα με χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D είχαν υψηλότερο κίνδυνο θανάτου και επιπλοκών από την COVID-19. Άλλες μελέτες του έδειξαν επίσης, ότι τα άτομα με έλλειψη βιταμίνης D έχουν 54% μεγαλύτερο κίνδυνο να κολλήσουν COVID-19.

Η επαρκής βιταμίνη D μπορεί ακόμη να ενισχύσει την απόκριση του οργανισμού στα εμβόλια. Η διατήρηση καλών επιπέδων βιταμίνης D προσφέρει επιπλέον προστασία, ιδιαίτερα για τα φθινοπωρινά και χειμερινά εμβόλια, όπως το εμβόλιο για την COVID-19, το αντιγριπικό και το πνευμονιοκοκκικό.

Η ανεπάρκεια βιταμίνης D εξακολουθεί να αποτελεί παγκόσμιο πρόβλημα υγείας. Υπολογίζεται ότι πάνω από το 60% του παγκόσμιου πληθυσμού έχει έλλειψη ή ανεπαρκή επίπεδα βιταμίνης D. Τα επίπεδα βιταμίνης D μετρώνται μέσω αιματολογικής εξέτασης, ωστόσο συνήθως δεν περιλαμβάνεται στις εξετάσεις ρουτίνας, εκτός αν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος.

Παλαιότερα, οι γιατροί ήταν πιο πιθανό να ζητούν έλεγχο βιταμίνης D μαζί με τις βασικές εξετάσεις αίματος. Σήμερα όμως, επειδή η ανεπάρκεια ή η έλλειψη βιταμίνης D είναι τόσο συχνή, επικρατεί απλά η υπόθεση ότι οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν χαμηλά επίπεδα... κι έτσι, αντί να γίνεται η εξέταση, απλώς συνιστάται η λήψη κάποιου συμπληρώματος βιταμίνης D.

Τα επίπεδα βιταμίνης D μετρώνται σε νανογραμμάρια ανά χιλιοστόλιτρο (ng/mL), όμως τα όρια για το τι θεωρείται έλλειψη, ανεπάρκεια ή επαρκές επίπεδο διαφέρουν ανάλογα με την πηγή. Σύμφωνα με τη Stadler, έλλειψη θεωρείται γενικά επίπεδο 15 ng/mL και κάτω, ενώ ανεπάρκεια τα επίπεδα έως 30 ng/mL. Επίπεδα 30 ng/mL και άνω θεωρούνται γενικά ικανοποιητικά, ωστόσο και οι δύο ειδικοί πιστεύουν ότι είναι προτιμότερο να είναι λίγο υψηλότερα. Η Stadler αναφέρει ότι τιμές άνω των 50 ng/mL είναι ιδανικές, ενώ ο Holick προτείνει το εύρος 40–60 ng/mL, ή και λίγο υψηλότερα.

Σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό να συμβουλευτείτε τον γιατρό σας για το ποια επίπεδα βιταμίνης D είναι κατάλληλα για εσάς. Άτομα με ορισμένα νεφρικά προβλήματα ή άλλα ζητήματα υγείας ενδέχεται να μην είναι κατάλληλοι υποψήφιοι για συμπληρώματα βιταμίνης D, γι’ αυτό και η ιατρική καθοδήγηση είναι απαραίτητη πριν από την έναρξη οποιουδήποτε συμπληρώματος.

Αφού λάβετε το «πράσινο φως» από τον γιατρό σας, μπορείτε να προμηθευτείτε συμπληρώματα βιταμίνης D από φαρμακεία ή διαδικτυακά καταστήματα. Στα ράφια θα βρείτε βιταμίνη D3 και D2. Η D3 είναι πιο διαδεδομένη και συνήθως προτιμάται. Η D2 είναι επίσης αποδεκτή και συχνά προτιμάται από άτομα που ακολουθούν vegan διατροφή.

Αν και είναι πάντα προτιμότερο να λαμβάνουμε θρεπτικά συστατικά από τη διατροφή, αυτό δεν είναι εύκολο στην περίπτωση της βιταμίνης D. Τα λιπαρά ψάρια, το γάλα και ο χυμός πορτοκαλιού μπορούν να συμβάλουν στην αύξηση των επιπέδων, αλλά όχι στον βαθμό που απαιτείται, σύμφωνα με τον Holick. Το ίδιο ισχύει και για τον ήλιο, η υπερβολική έκθεση στον οποίο ενέχει και τον κίνδυνο καρκίνου του δέρματος.

Τελευταία τροποποίηση στις 05/01/2026 - 01:33