Η ιδέα ότι τα αντικαταθλιπτικά «δουλεύουν για όλους» βασίστηκε για χρόνια στη θεωρία της χημικής ανισορροπίας και κυρίως στη σεροτονίνη. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η κατάθλιψη οφείλεται σε χαμηλά επίπεδα συγκεκριμένων νευροδιαβιβαστών και η φαρμακευτική αγωγή αποκαθιστά αυτή την ανισορροπία. Ωστόσο, η σύγχρονη επιστημονική έρευνα δείχνει ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Η χημεία του εγκεφάλου είναι μοναδική
Ανασκόπηση του 2022 στο επιστημονικό περιοδικό Nature κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η θεωρία της σεροτονίνης είναι υπεραπλουστευμένη και δεν υποστηρίζεται από συνεπή δεδομένα. Πολλά άτομα με κατάθλιψη εμφανίζουν φυσιολογικά επίπεδα σεροτονίνης, αλλά εξακολουθούν να βιώνουν σοβαρά και επίμονα συμπτώματα. Αυτό εξηγεί γιατί τα αντικαταθλιπτικά δεν έχουν το ίδιο αποτέλεσμα σε όλους.
Η χημεία και η δομή του εγκεφάλου είναι μοναδικές για κάθε άνθρωπο. Έρευνες έχουν δείξει ότι τα άτομα που δεν ανταποκρίνονται στους SSRIs (τον πιο συνηθισμένο τύπο αντικαταθλιπτικού) συχνά έχουν ανεπαίσθητες βιολογικές διαφορές - όπως διακυμάνσεις στις συνδέσεις των νευρικών κυττάρων τους ή στον τρόπο με τον οποίο οι υποδοχείς τους αντιδρούν στους νευροδιαβιβαστές. Με απλά λόγια, ένα φάρμακο μπορεί να είναι αποτελεσματικό, αλλά όχι για τον συγκεκριμένο εγκέφαλο, σύμφωνα με το Sonder Wellness.
Διαφορετικοί μηχανισμοί, διαφορετικά αποτελέσματα
Τα περισσότερα αντικαταθλιπτικά στοχεύουν τα ίδια νευροχημικά συστήματα, αυξάνοντας τη σεροτονίνη ή την ντοπαμίνη. Για ορισμένα άτομα αυτό είναι αρκετό ώστε να μειωθούν τα συμπτώματα. Για άλλα, όμως, η βασική αιτία της κατάθλιψης δεν εντοπίζεται σε αυτές τις οδούς, με αποτέλεσμα η θεραπεία να μην αποδίδει.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, νεότερες θεραπευτικές προσεγγίσεις προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις. Η εσκεταμίνη, γνωστή ως Spravato, επηρεάζει τη νευρωνική επικοινωνία και τη δημιουργία νέων συνδέσεων στον εγκέφαλο. Η κατάθλιψη δεν έχει μία μόνο αιτία. Επηρεάζεται από γενετικούς και βιολογικούς παράγοντες, από τη λειτουργία και τη δομή του εγκεφάλου, αλλά και από ψυχοκοινωνικές συνθήκες όπως το χρόνιο στρες, το τραύμα και η κοινωνική απομόνωση. Γι’ αυτό και δύο άτομα με την ίδια διάγνωση μπορεί να χρειάζονται εντελώς διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις.
Όταν μια τυπική θεραπεία δεν λειτουργεί, αυτό δεν σημαίνει αποτυχία. Σημαίνει ότι η κατάθλιψη έχει διαφορετικό νευροβιολογικό αποτύπωμα. Περίπου το 30% των ατόμων με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή δεν ανταποκρίνεται στα παραδοσιακά αντικαταθλιπτικά, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη για εξατομικευμένη φροντίδα.
Το σημαντικό είναι να θυμάστε ότι οι επιλογές δεν εξαντλούνται. Οι σύγχρονες θεραπείες υπάρχουν ακριβώς επειδή ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο σε όλους και η ελπίδα δεν χάνεται, απλώς προσαρμόζεται.







