Πολλοί ηλικιωμένοι δεν προσλαμβάνουν αρκετή βιταμίνη B12 – Οι επιπτώσεις στον εγκέφαλο

Πολλοί ηλικιωμένοι δεν προσλαμβάνουν αρκετή βιταμίνη B12 – Οι επιπτώσεις στον εγκέφαλο
amirali mirhashemian / Unsplash
Παρασκευή, 22/05/2026 - 16:44

Τα «φυσιολογικά» επίπεδα βιταμίνης Β12 μπορεί να μην αρκούν για να προστατεύσουν τους ηλικιωμένους από κρυφές βλάβες στον εγκέφαλο και γνωστική έκπτωση, σύμφωνα με νέα έρευνα.

Η βιταμίνη Β12 είναι γνωστή κυρίως επειδή βοηθά το σώμα να παράγει DNA, ερυθρά αιμοσφαίρια και υγιή νευρικό ιστό. Ωστόσο, τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι η κάλυψη του σημερινού ελάχιστου ορίου μπορεί να μην είναι πάντα αρκετή, ειδικά για τους ηλικιωμένους.

Μελέτη διαπίστωσε ότι υγιείς ηλικιωμένοι με χαμηλότερα επίπεδα βιταμίνης Β12, ακόμη και όταν αυτά βρίσκονταν μέσα στα αποδεκτά φυσιολογικά όρια, εμφάνιζαν ενδείξεις ήπιων νευρολογικών και γνωστικών προβλημάτων. Τα ευρήματα θέτουν ένα σοβαρό προβληματισμό: κάποιοι άνθρωποι μπορεί να θεωρούνται καλυμμένοι ως προς τη Β12, ενώ ο εγκέφαλός τους δείχνει ήδη τα πρώτα σημάδια επιβάρυνσης.

Το «φυσιολογικό» επίπεδο Β12 δεν σημαίνει πάντα και βέλτιστο

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Annals of Neurology, εξέτασε ηλικιωμένους χωρίς άνοια ή ήπια γνωστική διαταραχή. Ακόμη και σε αυτή τη σχετικά υγιή ομάδα, τα χαμηλότερα επίπεδα ενεργής Β12 συνδέθηκαν με πιο αργή σκέψη, πιο αργή οπτική επεξεργασία και περισσότερες ορατές βλάβες στη λευκή ουσία του εγκεφάλου. Η λευκή ουσία αποτελείται από τις νευρικές ίνες που επιτρέπουν στα διαφορετικά τμήματα του εγκεφάλου να επικοινωνούν μεταξύ τους.

Επικεφαλής της εργασίας ήταν ο Ari J. Green, ανώτερος συγγραφέας της μελέτης και ειδικός στα Τμήματα Νευρολογίας και Οφθαλμολογίας του UCSF. Ο Green και οι συνεργάτες του ανέφεραν ότι τα αποτελέσματα αναδεικνύουν μια πιθανή αδυναμία των σημερινών οδηγιών για τη Β12. Το ελάχιστο όριο που χρησιμοποιείται για να οριστεί η ανεπάρκεια μπορεί να μην εντοπίζει πρώιμες λειτουργικές αλλαγές στο νευρικό σύστημα.

«Προηγούμενες μελέτες που όρισαν τα υγιή επίπεδα Β12 μπορεί να μην εντόπισαν ήπιες λειτουργικές εκδηλώσεις υψηλών ή χαμηλών επιπέδων, οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν τους ανθρώπους χωρίς να προκαλούν εμφανή συμπτώματα», δήλωσε ο Green, σημειώνοντας ότι οι ξεκάθαρες ανεπάρκειες της βιταμίνης συνδέονται συχνά με έναν τύπο αναιμίας. «Η επανεξέταση του ορισμού της ανεπάρκειας Β12, ώστε να περιλαμβάνει λειτουργικούς βιοδείκτες, θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο έγκαιρη παρέμβαση και πρόληψη της γνωστικής έκπτωσης».

Οι απεικονίσεις του εγκεφάλου έδειξαν ένα ανησυχητικό μοτίβο

Οι ερευνητές ενέταξαν στη μελέτη 231 υγιείς συμμετέχοντες, με μέση ηλικία τα 71 έτη.

Το μέσο επίπεδο Β12 στο αίμα τους ήταν 414,8 pmol/L, δηλαδή πολύ πάνω από το ελάχιστο όριο των ΗΠΑ, που είναι 148 pmol/L. Αντί να βασιστούν μόνο στη συνολική Β12, οι ερευνητές επικεντρώθηκαν στη βιολογικά ενεργή μορφή της βιταμίνης, η οποία μπορεί να δείχνει με μεγαλύτερη ακρίβεια πόση Β12 μπορεί πράγματι να χρησιμοποιήσει το σώμα.

Αφού έλαβαν υπόψη την ηλικία, το φύλο, την εκπαίδευση και τους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι συμμετέχοντες με χαμηλότερη ενεργή Β12 είχαν πιο αργή ταχύτητα επεξεργασίας στα γνωστικά τεστ. Η επίδραση ήταν εντονότερη όσο αυξανόταν η ηλικία. Οι ίδιοι συμμετέχοντες είχαν επίσης καθυστερημένες αντιδράσεις σε οπτικά ερεθίσματα, κάτι που δείχνει πιο αργή οπτική επεξεργασία και μειωμένη αποδοτικότητα στην εγκεφαλική σηματοδότηση.

Οι μαγνητικές τομογραφίες πρόσθεσαν ακόμη ένα προειδοποιητικό στοιχείο. Οι συμμετέχοντες με χαμηλότερη ενεργή Β12 είχαν μεγαλύτερο όγκο αλλοιώσεων στη λευκή ουσία, δηλαδή περιοχών εγκεφαλικής βλάβης που έχουν συνδεθεί με γνωστική έκπτωση, άνοια και αυξημένο κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου.

Γιατί οι ηλικιωμένοι μπορεί να είναι πιο ευάλωτοι

Η μελέτη επικεντρώθηκε στους ηλικιωμένους, μια ομάδα που μπορεί να είναι πιο ευαίσθητη στα χαμηλότερα επίπεδα Β12, καθώς η απορρόφηση της βιταμίνης μπορεί να γίνεται λιγότερο αποτελεσματική με την ηλικία. Ορισμένα φάρμακα, παθήσεις του πεπτικού και διατροφικά πρότυπα με χαμηλή πρόσληψη τροφών ζωικής προέλευσης μπορούν επίσης να αυξήσουν τον κίνδυνο χαμηλής Β12.

Η Alexandra Beaudry-Richard, πρώτος συγγραφέας της μελέτης, ανέφερε ότι τα ευρήματα δείχνουν πως τα χαμηλά αλλά τεχνικά φυσιολογικά επίπεδα Β12 μπορεί να έχουν ευρύτερες επιπτώσεις από όσο είχε αναγνωριστεί μέχρι σήμερα. Τα επίπεδα αυτά θα μπορούσαν «να επηρεάζουν τη γνωστική λειτουργία σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι πιστεύαμε προηγουμένως και μπορεί να αφορούν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού από όσο αντιλαμβανόμαστε». Η Beaudry-Richard ολοκληρώνει αυτή την περίοδο το διδακτορικό της στην έρευνα και την ιατρική στο Τμήμα Νευρολογίας του UCSF και στο Τμήμα Μικροβιολογίας και Ανοσολογίας του Πανεπιστημίου της Οτάβα.

«Εκτός από τον επαναπροσδιορισμό της ανεπάρκειας Β12, οι κλινικοί γιατροί θα πρέπει να εξετάζουν το ενδεχόμενο χορήγησης συμπληρωμάτων σε ηλικιωμένους ασθενείς με νευρολογικά συμπτώματα, ακόμη και αν τα επίπεδά τους βρίσκονται εντός των φυσιολογικών ορίων», δήλωσε. «Τελικά, πρέπει να επενδύσουμε σε περισσότερη έρευνα γύρω από την υποκείμενη βιολογία της ανεπάρκειας Β12, καθώς μπορεί να αποτελεί προλήψιμη αιτία γνωστικής έκπτωσης».

Τα νεότερα στοιχεία βάζουν το θέμα σε πιο σωστή βάση

Έρευνες που δημοσιεύθηκαν μετά την παρούσα μελέτη, αλλά και περίπου την ίδια περίοδο, πρόσθεσαν πιο σύνθετα δεδομένα και όχι μια απλή απάντηση. Μια ολοκληρωμένη ανασκόπηση του 2025 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ανεπάρκεια Β12 παραμένει τροποποιήσιμος παράγοντας κινδύνου για νευρολογικά και γνωστικά προβλήματα, ειδικά σε ομάδες υψηλού κινδύνου, όπως οι ηλικιωμένοι και οι χορτοφάγοι. Η ανασκόπηση ανέδειξε επίσης την αυξανόμενη σημασία καλύτερων βιοδεικτών και της απεικόνισης του εγκεφάλου για την πιο έγκαιρη ανίχνευση προβλημάτων.

Μια συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση του 2025 σε τυχαιοποιημένες δοκιμές διαπίστωσε ότι η λήψη συμπληρωμάτων με βιταμίνες του συμπλέγματος Β, μεταξύ των οποίων οι Β6, Β9 ή Β12, είχε πολύ μικρό όφελος στη συνολική γνωστική λειτουργία των ηλικιωμένων. Οι συγγραφείς αξιολόγησαν την καθαρισμένη ανάλυση ως υψηλής βεβαιότητας, αλλά η επίδραση ήταν μικρή, κάτι που δείχνει ότι τα συμπληρώματα δεν αποτελούν θεαματική ενίσχυση του εγκεφάλου για όλους.

Άλλη μελέτη του 2025 δεν βρήκε σαφείς ενδείξεις ότι τα γενετικά υψηλότερα επίπεδα συνολικής Β12 στον ορό προστατεύουν τον γενικό πληθυσμό από ψυχιατρικές διαταραχές ή γνωστική εξασθένηση. Όμως, οι συγγραφείς σημείωσαν έναν σημαντικό περιορισμό: η ανάλυσή τους χρησιμοποίησε τη συνολική Β12 στον ορό και όχι τη βιοδραστική μορφή που μέτρησε η νεότερη μελέτη.

Συνολικά, τα νεότερα στοιχεία στηρίζουν ένα πιο προσεκτικό μήνυμα. Η Β12 είναι σαφώς απαραίτητη για το νευρικό σύστημα και η ανεπάρκειά της δεν πρέπει να αγνοείται. Εντούτοις, η αύξηση της Β12 μέσω τον συμπληρωμάτων σε όλους μπορεί να μην είναι η λύση. Το πιο επείγον ερώτημα είναι αν οι σημερινές εξετάσεις χάνουν ανθρώπους των οποίων ο εγκέφαλος επηρεάζεται ήδη, παρά τα «φυσιολογικά» αποτελέσματα.

Ένας κίνδυνος που αξίζει προσοχή

Τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν ότι η χαμηλότερη ενεργή Β12 προκαλεί άμεσα γνωστική έκπτωση και δεν σημαίνουν ότι κάθε ηλικιωμένος πρέπει να αρχίσει να παίρνει συμπληρώματα χωρίς ιατρική καθοδήγηση. Δείχνουν, όμως, ότι ο σημερινός ορισμός της ανεπάρκειας Β12 μπορεί να είναι πολύ γενικός για την υγεία του εγκεφάλου.

Για τους κλινικούς γιατρούς, η μελέτη δείχνει ότι ίσως έχει αξία να μην περιορίζονται μόνο στη συνολική Β12, ειδικά όταν ηλικιωμένοι ασθενείς έχουν νευρολογικά συμπτώματα. Για τους ασθενείς, το πρακτικό μήνυμα είναι σαφές: ένα «φυσιολογικό» εργαστηριακό αποτέλεσμα δεν λέει πάντα όλη την αλήθεια, ιδιαίτερα όταν έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται ήπιες αλλαγές στη μνήμη, στην ταχύτητα σκέψης ή στην όραση.

Τελευταία τροποποίηση στις 22/05/2026 - 17:36