Μια νέα επιστημονική μελέτη αποκαλύπτει ότι ορισμένες συνηθισμένες διαταραχές του ύπνου ενδέχεται να αποτελούν πρώιμους δείκτες γήρανσης του εγκεφάλου. Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα περισσότερους από 23.000 μεσήλικες και ηλικιωμένους ενήλικες, διαπιστώνοντας ότι συγκεκριμένες συνήθειες ύπνου σχετίζονται με αυξημένες βλάβες στη λευκή ουσία του εγκεφάλου, οι οποίες συνδέονται με γνωστική έκπτωση και αυξημένο κίνδυνο άνοιας.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Alzheimer’s & Dementia, πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Πανεπιστημίου της Αριζόνα, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας και το Zuckerman College of Public Health.
Οι επιστήμονες επικεντρώθηκαν στον όγκο των βλαβών της λευκής ουσίας (white matter lesions), δηλαδή περιοχών εγκεφαλικού ιστού που έχουν υποστεί βλάβη και τείνουν να αυξάνονται με την ηλικία. Οι βλάβες αυτές θεωρούνται σημαντικός δείκτης εγκεφαλικής γήρανσης και έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Αλτσχάιμερ και άλλων μορφών άνοιας.
Οι τρεις συνήθειες που ξεχώρισαν
Αρχικά οι ερευνητές εξέτασαν πέντε διαφορετικές παραμέτρους ύπνου: τη διάρκεια του ύπνου, τους μεσημεριανούς ύπνους, την αϋπνία, την ακούσια υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας και το ροχαλητό.
Ωστόσο, αφού συνυπολόγισαν παράγοντες όπως η υψηλή αρτηριακή πίεση, το κάπνισμα και η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας, τρεις συμπεριφορές συνέχισαν να παρουσιάζουν ισχυρή συσχέτιση με αυξημένες βλάβες στον εγκέφαλο:
- Ύπνος εκτός του συνιστώμενου εύρους των 7-9 ωρών ανά νύχτα, ιδιαίτερα κάτω από 7 ώρες
- Συχνός ύπνος κατά τη διάρκεια της ημέρας
- Επίμονες δυσκολίες στην έλευση ή τη διατήρηση του ύπνου (αϋπνία)
Αντίθετα, το ροχαλητό και η ακούσια υπνηλία μέσα στην ημέρα δεν διατήρησαν σημαντική συσχέτιση μετά τη στατιστική προσαρμογή των δεδομένων.
Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια σχετικά με τις συνήθειες ύπνου τους την περίοδο 2006-2010. Περίπου εννέα χρόνια αργότερα υποβλήθηκαν σε μαγνητικές τομογραφίες εγκεφάλου, επιτρέποντας στους ερευνητές να αξιολογήσουν τις δομικές αλλαγές που είχαν αναπτυχθεί με την πάροδο του χρόνου.
Η ανάλυση έδειξε ότι όσοι κοιμούνταν συστηματικά λιγότερο από επτά ώρες κάθε βράδυ παρουσίαζαν μεγαλύτερο όγκο βλαβών στη λευκή ουσία σε σύγκριση με όσους κοιμούνταν εντός του προτεινόμενου εύρους.
Τι συμβαίνει με τους μεσημεριανούς ύπνους;
Τα αποτελέσματα σχετικά με τον ημερήσιο ύπνο παρουσίασαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς πολλές προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι οι σύντομοι ύπνοι μπορούν να βελτιώσουν την εγρήγορση και τη γνωστική απόδοση.
Ωστόσο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα διαθέσιμα δεδομένα κατέγραφαν μόνο τη συχνότητα των ύπνων και όχι τη διάρκειά τους ή την ώρα που πραγματοποιούνταν. Επομένως, δεν είναι ακόμη σαφές αν οι σύντομοι και περιστασιακοί ύπνοι έχουν τις ίδιες επιπτώσεις με τους συχνούς ή παρατεταμένους μεσημεριανούς ύπνους.
Ένας παράγοντας κινδύνου που μπορεί να αλλάξει
Σύμφωνα με τους ερευνητές, το σημαντικότερο εύρημα της μελέτης είναι ότι και οι τρεις παράγοντες κινδύνου μπορούν να τροποποιηθούν.
Η βελτίωση της ποιότητας και της διάρκειας του ύπνου, καθώς και η αντιμετώπιση της αϋπνίας, ενδέχεται να συμβάλουν στη μείωση των επιπτώσεων της γήρανσης στον εγκέφαλο και πιθανώς να περιορίσουν τον κίνδυνο εμφάνισης νευροεκφυλιστικών νοσημάτων, όπως η νόσος Αλτσχάιμερ.
Όπως τονίζουν οι ερευνητές, ο ύπνος δεν αποτελεί απλώς μια περίοδο ξεκούρασης, αλλά έναν σημαντικό και δυνητικά τροποποιήσιμο παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την υγεία του εγκεφάλου καθώς μεγαλώνουμε.








