Η Υγεία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες διαστάσεις της ανθρώπινης ευημερίας και ταυτόχρονα έναν από τους τομείς όπου οι κοινωνικές ανισότητες εκδηλώνονται με ιδιαίτερη ένταση.
Οι ανισότητες στην Υγεία συνιστούν επομένως μια μορφή «διπλής αδικίας»: αφενός αντανακλούν προϋπάρχουσες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες και αφετέρου συμβάλλουν στην αναπαραγωγή τους, καθώς η κακή υγεία περιορίζει τις εκπαιδευτικές, εργασιακές και κοινωνικές ευκαιρίες των ατόμων.
Στην Ελλάδα, η ανάλυση των ανισοτήτων στην υγεία αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω ορισμένων διαχρονικών χαρακτηριστικών του συστήματος υγείας. Η νέα μελέτη του ΙΟΒΕ με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα», καταγράφει την πορεία των ανισοτήτων, αναδεικνύοντας ότι η πραγματική ευημερία δεν καθορίζεται μόνο από το εισόδημα, αλλά και από την ισότιμη πρόσβαση στην υγεία. Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει ένα σχετικά χαμηλό ποσοστό δημόσιας χρηματοδότησης για το σύστημα υγείας με αρκετές στρεβλώσεις ως προς την κατανομή του ως προς τους επιμέρους υπο-τομείς δαπάνης (π.χ. πολύ υψηλή φαρμακευτική δαπάνη, πολύ χαμηλή δαπάνη για την πρόληψη), αλλά και ένα από τα υψηλότερα επίπεδα ιδιωτικών δαπανών υγείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους ανισότητας στην πρόσβαση και τη χρηματοδότηση της φροντίδας.
Παρότι το συνολικό προσδόκιμο ζωής παραμένει σχετικά υψηλό, η Ελλάδα πλέον υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου ως προς τα υγιή έτη ζωής μετά την ηλικία των 65 ετών, γεγονός που υποδηλώνει ότι ένα σημαντικό μέρος της επιπλέον επιβίωσης συνοδεύεται από προβλήματα υγείας, λειτουργικούς περιορισμούς ή ανάγκες φροντίδας. Το εύρημα αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία υπό το πρίσμα της ταχείας γήρανσης του ελληνικού πληθυσμού και της αναμενόμενης αύξησης των αναγκών για μακροχρόνια φροντίδα κατά τις επόμενες δεκαετίες.
Ανισότητες στην πρόσβαση
Παρότι η Ελλάδα διαθέτει σύστημα καθολικής κάλυψης, η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας δεν αποδεικνύεται ισότιμη για όλες τις κοινωνικοοικονομικές ομάδες. Μεταξύ άλλων, οι διαφορές στο εισόδημα, την εκπαίδευση, τον τόπο κατοικίας, την ηλικία και άλλα κοινωνικά χαρακτηριστικά επηρεάζουν σημαντικά τη δυνατότητα των ατόμων να λαμβάνουν έγκαιρη και κατάλληλη φροντίδα όταν τη χρειάζονται.
Η πλέον χαρακτηριστική ένδειξη των προβλημάτων πρόσβασης είναι οι αυτό-αναφερόμενες μη εξυπηρετούμενες ανάγκες για ιατρική και οδοντιατρική περίθαλψη. Οι μη εξυπηρερούμενες ανάγκες αυξήθηκαν δραματικά κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, αντανακλώντας τόσο τη μείωση των δημόσιων δαπανών υγείας όσο και τη σημαντική επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών.
Περαιτέρω, οι ανισότητες πρόσβασης εμφανίζουν ιδιαίτερα έντονη εισοδηματική διαβάθμιση. Τα νοικοκυριά των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων καταγράφουν πολλαπλάσια ποσοστά μη εξυπηρετούμενων αναγκών σε σχέση με τα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια.
Σημαντικές διαφοροποιήσεις παρατηρούνται και ως προς το μορφωτικό επίπεδο. Τα άτομα με χαμηλότερη εκπαίδευση εμφανίζουν πολύ υψηλότερα ποσοστά μη εξυπηρετούμενων αναγκών σε σχέση με τα άτομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η σχέση αυτή δεν αντανακλά μόνο διαφορές στο εισόδημα αλλά και ευρύτερες διαφορές στον υγειονομικό αλφαβιτισμό, στην ικανότητα πλοήγησης στο σύστημα υγείας, στην πρόσβαση σε πληροφορίες και στη δυνατότητα αξιοποίησης των διαθέσιμων υπηρεσιών.
Παράλληλα, οι γεωγραφικές ανισότητες εξακολουθούν να αποτελούν σημαντική πρόκληση. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι κάτοικοι αγροτικών περιοχών αντιμετωπίζουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά μη εξυπηρετούμενων αναγκών σε σχέση με τους κατοίκους ημιαστικών περιοχών, ενώ οι αστικές περιοχές καταλαμβάνουν ενδιάμεση θέση. Οι διαφορές αυτές δεν αντανακλούν μόνο τη φυσική απόσταση από τις υπηρεσίες υγείας αλλά και τη χρόνια άνιση κατανομή προσωπικού, υποδομών και εξειδικευμένων υπηρεσιών μεταξύ των διαφορετικών περιοχών της χώρας.
Συμπέρασμα
Τα ευρήματα αναδεικνύουν μια αντίφαση. Παρά το σχετικά υψηλό προσδόκιμο ζωής, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικές κοινωνικές ανισότητες τόσο στην κατάσταση της υγείας όσο και στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η βελτίωση που καταγράφηκε μετά το τέλος της οικονομικής κρίσης δεν συνοδεύτηκε από πλήρη εξάλειψη των προβλημάτων και των ανισοτήτων πρόσβασης.
Αντίθετα, η εκ νέου αύξηση των μη εξυπηρετούμενων αναγκών μετά την πανδημία υποδηλώνει ότι οι ανισότητες αυτές δεν αποτελούν παροδικό φαινόμενο αλλά αντανακλούν βαθύτερες διαρθρωτικές αδυναμίες του συστήματος υγείας. Η υψηλή εξάρτηση από ιδιωτικές πληρωμές, η υπό-ανεπτυγμένη πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, οι γεωγραφικές ανισότητες στην κατανομή προσωπικού και υποδομών και η περιορισμένη έμφαση στην πρόληψη εξακολουθούν να δημιουργούν εμπόδια που πλήττουν δυσανάλογα τα πιο ευάλωτα τμήματα του πληθυσμού.
Οι προκλήσεις αυτές αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία υπό το πρίσμα της δημογραφικής και επιδημιολογικής μετάβασης. Η γήρανση του πληθυσμού, η αυξανόμενη συχνότητα χρόνιων νοσημάτων και η αναμενόμενη αύξηση των αναγκών φροντίδας μετατοπίζουν το κέντρο βάρους της υγειονομικής πολιτικής από την αντιμετώπιση οξέων περιστατικών προς τη μακροχρόνια διαχείριση της υγείας, την πρόληψη, την έγκαιρη διάγνωση και τη διατήρηση της λειτουργικότητας των ατόμων σε μεγαλύτερες ηλικίες. Ένα σύστημα που βασίζεται δυσανάλογα στη νοσοκομειακή περίθαλψη και στις ιδιωτικές πληρωμές, δυσκολεύεται να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις νέες αυτές ανάγκες.








