Οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο ζουν περισσότερο από ποτέ, αλλά περνούν περισσότερα από αυτά τα επιπλέον χρόνια με προβλήματα υγείας, σύμφωνα με νέα μελέτη της Παγκόσμιας Επιβάρυνσης από Νοσήματα (GBD), η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet Public Health.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι από το 1990 έως το 2023 αυξήθηκε, σχεδόν σε όλες τις χώρες και τις επικράτειες που εξετάστηκαν, η διαφορά ανάμεσα στο προσδόκιμο ζωής και στα χρόνια υγιούς ζωής, η οποία αναφέρεται ως χάσμα νοσηρότητας. Με λίγα λόγια, σε παγκόσμιο επίπεδο, αυξήθηκε το ποσοστό της ζωής που περνούν οι άνθρωποι με προβλήματα υγείας. Ωστόσο, η πορεία δεν ήταν ίδια σε όλες τις χώρες, καθώς σε έναν μικρότερο αριθμό χωρών το ποσοστό αυτό μειώθηκε.
Μέσα σε μία γενιά, το παγκόσμιο χάσμα νοσηρότητας αυξήθηκε κατά σχεδόν δύο χρόνια, από 8,8 χρόνια το 1990 σε 10,7 χρόνια το 2023. Το 2023, οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο περνούσαν κατά μέσο όρο το 14,5% της ζωής τους με προβλήματα υγείας, έναντι 13,6% το 1990. Η αύξηση αυτή δεν περιορίστηκε στα τελευταία χρόνια της ζωής, αλλά παρατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής. Το εύρημα αυτό δείχνει ότι οι άνθρωποι ζουν περισσότερα χρόνια με ασθένειες και αναπηρίες από την αρχή έως το τέλος της ενήλικης ζωής τους.
Η ανάλυση βασίστηκε στις εκτιμήσεις της GBD για το 2023 και εξέτασε την πορεία της υγιούς γήρανσης από το 1990 έως το 2023. Οι ερευνητές αξιολόγησαν τις μεταβολές στο προσδόκιμο ζωής, στο προσδόκιμο υγιούς ζωής και στο χάσμα νοσηρότητας ανά χώρα, περιοχή, φύλο και επίπεδο κοινωνικοδημογραφικής ανάπτυξης. Παράλληλα, εντόπισαν τις κυριότερες παθήσεις και τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου που ευθύνονται για τα χρόνια ζωής με προβλήματα υγείας.
Η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής δεν σημαίνει και πιο υγιή ζωή
Από το 1990 έως το 2023, το παγκόσμιο προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση αυξήθηκε από 64,6 σε 73,8 χρόνια, ενώ το προσδόκιμο υγιούς ζωής αυξήθηκε από 55,9 σε 63,1 χρόνια. Επειδή, όμως, το προσδόκιμο ζωής αυξανόταν σταθερά περισσότερο από τα χρόνια υγιούς ζωής, οι άνθρωποι περνούν πλέον περισσότερα χρόνια με χρόνιες ασθένειες και αναπηρίες.
Αν και η πανδημία του κορωνοϊού επηρέασε προσωρινά τόσο το προσδόκιμο ζωής όσο και το προσδόκιμο υγιούς ζωής, δεν ανέτρεψε τη γενικότερη τάση αύξησης του χάσματος νοσηρότητας.
«Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι η μελλοντική βελτίωση της υγείας του πληθυσμού δεν θα εξαρτηθεί μόνο από το να βοηθήσουμε τους ανθρώπους να ζουν περισσότερο, αλλά και από το να τους βοηθήσουμε να ζουν με καλύτερη υγεία», ανέφερε ο Christopher Murray, διευθυντής του Ινστιτούτου Μετρήσεων και Αξιολόγησης Υγείας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον και κύριος συγγραφέας της μελέτης.
«Η πρόοδος στην υγιή γήρανση δεν πρέπει να μετράται μόνο με βάση το πόσο ζουν οι άνθρωποι, αλλά και με βάση το πόσα από αυτά τα χρόνια τα περνούν με καλή υγεία. Χρειάζονται μεγαλύτερες επενδύσεις στην πρόληψη, στη μακροχρόνια διαχείριση των ασθενειών και στη φροντίδα των χρόνιων παθήσεων, ώστε να μειωθούν τα χρόνια ζωής με προβλήματα υγείας».
Τα μεγαλύτερα χάσματα νοσηρότητας καταγράφονται στις χώρες υψηλού εισοδήματος
Τα χρόνια ζωής με προβλήματα υγείας διέφεραν σημαντικά ανάμεσα στις χώρες και τις περιοχές. Κατά κανόνα, τα περισσότερα καταγράφηκαν στα μέρη όπου οι άνθρωποι έχουν και το μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής.
Το 2023, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν το μεγαλύτερο χάσμα νοσηρότητας σε εθνικό επίπεδο, το οποίο έφτανε τα 14 χρόνια. Ακολουθούσαν η Αυστραλία με 13,9 χρόνια και ο Καναδάς με 13,7 χρόνια. Οι χώρες με υψηλότερο Κοινωνικοδημογραφικό Δείκτη είχαν γενικά τόσο μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής όσο και περισσότερα χρόνια ζωής με προβλήματα υγείας. Με άλλα λόγια, η αύξηση της συνολικής διάρκειας ζωής δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη αύξηση των ετών υγιούς ζωής.
Η ίδια εικόνα παρατηρήθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο. Και στις 7 ευρύτερες γεωγραφικές περιφέρειες της GBD αυξήθηκαν από το 1990 έως το 2023 τόσο τα χρόνια όσο και το ποσοστό της ζωής που περνούν οι άνθρωποι με προβλήματα υγείας. Το 2023, οι χώρες υψηλού εισοδήματος είχαν το μεγαλύτερο χάσμα νοσηρότητας, στα 12,7 χρόνια, ενώ η υποσαχάρια Αφρική είχε το μικρότερο, στα 9 χρόνια.
Στην Ελλάδα, το χάσμα νοσηρότητας αυξήθηκε από 10 χρόνια το 1990 σε 11,9 χρόνια το 2023, δηλαδή κατά 1,9 χρόνια ή περίπου 18%. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι άνθρωποι στην Ελλάδα περνούν πλέον το 14,7% της ζωής τους με προβλήματα υγείας, έναντι 13% το 1990. Η χώρα βρίσκεται περίπου στη μέση της Δυτικής Ευρώπης, με αντίστοιχο χάσμα με τη Γερμανία και ελαφρώς μικρότερο από τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ολλανδία.
Οι γυναίκες ζουν περισσότερο, αλλά περνούν περισσότερα χρόνια με προβλήματα υγείας
Σε όλες τις περιοχές και σε κάθε επίπεδο ανάπτυξης, οι γυναίκες ζούσαν σταθερά περισσότερο από τους άνδρες, αλλά περνούσαν και περισσότερα χρόνια με προβλήματα υγείας. Επομένως, το μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής των γυναικών δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη αύξηση των ετών υγιούς ζωής.
Το 2023, το χάσμα νοσηρότητας ήταν κατά μέσο όρο 12,1 χρόνια για τις γυναίκες και 9,3 χρόνια για τους άνδρες. Οι γυναίκες είχαν μεγαλύτερο χάσμα από τους άνδρες και στις 5 ομάδες χωρών βάσει του SDI. Το εύρημα αυτό δείχνει ότι, ανεξάρτητα από το επίπεδο κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης, οι γυναίκες ζουν σταθερά περισσότερο, αλλά περνούν και περισσότερα χρόνια με ασθένειες και αναπηρίες.
«Οι γυναίκες ζουν περισσότερο από τους άνδρες σχεδόν παντού στον κόσμο, αλλά περνούν και περισσότερα από αυτά τα επιπλέον χρόνια με προβλήματα υγείας», ανέφερε η Catherine Bisignano, ανώτερη επιστημονική συντάκτρια στο IHME και συγγραφέας της μελέτης.
«Για να βελτιωθεί η υγιής γήρανση, πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στις παθήσεις και στους παράγοντες κινδύνου που ευθύνονται για τα χρόνια ζωής με αναπηρία. Αν αντιμετωπιστούν νωρίτερα, μέσω της πρόληψης και της καλύτερης μακροχρόνιας φροντίδας, τα οφέλη θα μπορούσαν να είναι σημαντικά για την κοινωνία, τα συστήματα υγείας και την οικονομία».
Η υγιής γήρανση απαιτεί μεγαλύτερη έμφαση στην πρόληψη και στη φροντίδα των χρόνιων παθήσεων
Περισσότερα από τα μισά χρόνια ζωής με προβλήματα υγείας παγκοσμίως οφείλονταν σε μία σχετικά μικρή ομάδα χρόνιων παθήσεων, οι οποίες στην πλειονότητά τους δεν είναι θανατηφόρες. Το 2023, οι συγκεκριμένες παθήσεις ευθύνονταν για το 57,4% των ετών ζωής με προβλήματα υγείας.
Οι μυοσκελετικές παθήσεις και ιδιαίτερα ο πόνος στη μέση συνέβαλαν περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη αιτία στο χάσμα νοσηρότητας. Ακολουθούσαν οι ψυχικές διαταραχές, όπως η κατάθλιψη και το άγχος, οι παθήσεις των αισθητηρίων οργάνων, όπως η απώλεια ακοής που σχετίζεται με την ηλικία, οι πτώσεις και οι άλλοι ακούσιοι τραυματισμοί, καθώς και άλλες χρόνιες μη μεταδοτικές ασθένειες.
Πολλά από τα χρόνια ζωής με προβλήματα υγείας συνδέονταν με παράγοντες κινδύνου που μπορούν είτε να προληφθούν είτε να αντιμετωπιστούν. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι σημαντικότεροι παράγοντες κινδύνου που συνέβαλαν στο χάσμα νοσηρότητας ήταν τα υψηλά επίπεδα γλυκόζης πλάσματος νηστείας, ο υψηλός δείκτης μάζας σώματος και η χρήση καπνού. Ωστόσο, η βαρύτητα αυτών των παραγόντων διέφερε σημαντικά ανάλογα με την περιοχή και το επίπεδο ανάπτυξης.
Καθώς οι πληθυσμοί γερνούν, πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην πρόληψη των χρόνιων ασθενειών, στην καθυστέρηση της εμφάνισης αναπηρίας και στη διασφάλιση της πρόσβασης σε υπηρεσίες αποκατάστασης, ψυχικής υγείας και μακροχρόνιας φροντίδας για τις χρόνιες παθήσεις.
Η αντιμετώπιση των βασικών παραγόντων κινδύνου, οι επενδύσεις στην πρόληψη και η ενίσχυση των υπηρεσιών που συμβάλλουν στη μείωση των ετών ζωής με προβλήματα υγείας θα είναι καθοριστικής σημασίας για τη βελτίωση της υγιούς γήρανσης. Παράλληλα, θα περιορίσουν την ολοένα μεγαλύτερη επιβάρυνση που προκαλεί η αναπηρία στους ίδιους τους ανθρώπους, στις οικογένειές τους και στα συστήματα υγείας σε όλο τον κόσμο.








