Για πολλές γενιές, το να κοιμάστε και να ξυπνάτε νωρίς θεωρούνταν βασική προϋπόθεση για μια υγιεινή ζωή, ενώ οποιαδήποτε απόκλιση από αυτή τη συνήθεια αντιμετωπιζόταν συχνά ως ανθυγιεινή. Ωστόσο, οι επιστήμονες έχουν διαπιστώσει ότι το αν είστε πρωινός τύπος, ξυπνάτε νωρίς και ξεκινάτε τη μέρα σας γεμάτοι ενέργεια, ή βραδινός τύπος, μένετε από τη φύση σας ξύπνιοι μέχρι αργά και ξυπνάτε αργότερα, δεν αποτελεί απλώς επιλογή τρόπου ζωής. Αντανακλά τη φυσική προτίμηση του οργανισμού σας ως προς τις ώρες ύπνου και αφύπνισης μέσα στο 24ωρο.
Μια πρόσφατη μελέτη, όμως, δείχνει ότι ο βραδινός χρονότυπος μπορεί να συνοδεύεται από συγκεκριμένα μεταβολικά μειονεκτήματα.
Η ώρα των γευμάτων λειτουργεί επίσης ως σήμα για το εσωτερικό ρολόι του οργανισμού και το πότε τρώτε μπορεί να επηρεάσει τον μεταβολισμό. Σε πρόσφατη επιστημονική εργασία, ερευνητές εξέτασαν αν ο χρονότυπος ενός ατόμου συνδέεται με τις διατροφικές του συνήθειες, τη σύσταση του σώματός του και τη συνολική μεταβολική του υγεία.
Στη μελέτη συμμετείχε μια ομάδα υγιών γυναικών που ζούσαν στο Όκλαντ της Νέας Ζηλανδίας. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι γυναίκες βραδινού χρονότυπου προσλάμβαναν λιγότερες θερμίδες και κατανάλωναν λιγότερες τροφές πλούσιες σε μικροθρεπτικά συστατικά σε σύγκριση με εκείνες που ανήκαν στον πρωινό χρονότυπο. Η μεγαλύτερη πρόσληψη θερμίδων το βράδυ συνδέθηκε με υψηλότερο ποσοστό σωματικού λίπους και μεγαλύτερο κίνδυνο παχυσαρκίας.
Επειδή οι περισσότερες γυναίκες βραδινού χρονότυπου έτρωγαν πολύ λίγο το πρωί και κατανάλωναν μεγάλο μέρος της συνολικής τροφής τους αργά τη νύχτα, έτειναν να έχουν υψηλότερο δείκτη μάζας σώματος και μεγαλύτερο ποσοστό σωματικού λίπους από τις γυναίκες πρωινού χρονότυπου. Ο δείκτης μάζας σώματος είναι ένας αριθμητικός δείκτης που προκύπτει όταν το βάρος σε κιλά διαιρεθεί με το τετράγωνο του ύψους σε μέτρα και χρησιμοποιείται για την εκτίμηση του κατά πόσο το βάρος ενός ατόμου βρίσκεται σε υγιές εύρος.
Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Frontiers in Nutrition.
Ύπνος, διατροφή και βιοδείκτες
Μελέτες δείχνουν ότι ο χρονότυπος δεν επηρεάζει μόνο τις ώρες που κοιμάστε, αλλά διαμορφώνει και τις διατροφικές σας συνήθειες. Οι περισσότερες έρευνες έχουν επικεντρωθεί στη συνολική ποσότητα τροφής που καταναλώνεται και έχουν εξετάσει λιγότερο την ώρα πρόσληψης των θερμίδων και των θρεπτικών συστατικών, παρότι τόσο οι διατροφικές επιλογές όσο και οι ώρες των γευμάτων μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με τον χρονότυπο.
Οι βραδινοί τύποι είναι πιθανότερο να τρώνε αργότερα μέσα στην ημέρα, να επιλέγουν λιγότερο υγιεινές τροφές και να ακολουθούν συνολικά χειρότερες διατροφικές συνήθειες. Ο βραδινός χρονότυπος έχει επίσης συνδεθεί με υψηλότερο δείκτη μάζας σώματος. Ωστόσο, ο συγκεκριμένος δείκτης δεν μπορεί από μόνος του να διαχωρίσει τη μυϊκή μάζα από το σωματικό λίπος. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στη Νέα Ζηλανδία, καθώς οι γυναίκες με καταγωγή από τα νησιά του Ειρηνικού έχουν συνήθως μεγαλύτερη σωματική διάπλαση και περισσότερη μυϊκή μάζα από τις γυναίκες ευρωπαϊκής καταγωγής.
Στη συγκεκριμένη μελέτη, οι ερευνητές δεν βασίστηκαν μόνο στον δείκτη μάζας σώματος. Χρησιμοποίησαν το Ερωτηματολόγιο Χρονότυπου του Μονάχου, ένα εργαλείο που καταγράφει τις ώρες ύπνου και αφύπνισης, για να προσδιορίσουν τον χρονότυπο 130 γυναικών με καταγωγή από τα νησιά του Ειρηνικού και 157 γυναικών ευρωπαϊκής καταγωγής. Όλες οι γυναίκες ζούσαν στη Νέα Ζηλανδία και ήταν ηλικίας 18 έως 45 ετών. Με βάση τις ώρες ύπνου και αφύπνισής τους, οι συμμετέχουσες χωρίστηκαν σε πρωινούς, ενδιάμεσους και βραδινούς τύπους. Οι γυναίκες που συνήθως κοιμούνταν στις 10 το βράδυ και ξυπνούσαν στις 6 το πρωί κατατάχθηκαν στον πρωινό χρονότυπο, όσες κοιμόντουσαν γύρω στις 11-12 και ξυπνούσαν περίπου στις 8 στον ενδιάμεσο και όσες κοιμόντουσαν από τη 1 και μετά στον βραδινό.
Στη συνέχεια, οι συμμετέχουσες κατέγραψαν όλα όσα έφαγαν και ήπιαν στη διάρκεια 5 μη συνεχόμενων ημερών, δηλαδή 3 καθημερινών και δύο ημερών του Σαββατοκύριακου. Έπειτα, διαιτολόγοι συνομίλησαν με κάθε συμμετέχουσα, ώστε να επιβεβαιώσουν το μέγεθος των μερίδων και να διασφαλίσουν ότι οι διατροφικές καταγραφές ήταν ακριβείς.
Αντί να εξετάσουν μόνο το σωματικό βάρος, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν σαρώσεις απορρόφησης ακτίνων Χ διπλής ενέργειας. Πρόκειται για έναν ειδικό τύπο εξέτασης με ακτίνες Χ, ο οποίος μπορεί να μετρήσει την ποσότητα του σωματικού λίπους και να δείξει σε ποια σημεία του σώματος είναι αποθηκευμένο. Με αυτόν τον τρόπο, οι ερευνητές μέτρησαν το σωματικό λίπος των γυναικών και εξέτασαν την κατανομή του, μεταξύ άλλων στην περιοχή της κοιλιάς και των γοφών. Εξέτασαν επίσης βιοδείκτες στο αίμα, όπως τα επίπεδα σακχάρου, χοληστερίνης και ορμονών που σχετίζονται με το λίπος.
Σε σύγκριση με τις γυναίκες πρωινού και ενδιάμεσου χρονότυπου, οι γυναίκες βραδινού χρονότυπου είχαν χειρότερες τιμές σχεδόν σε όλους τους δείκτες υγείας που εξέτασαν οι ερευνητές. Είχαν υψηλότερο μέσο δείκτη μάζας σώματος και περισσότερο σωματικό λίπος συνολικά. Είχαν επίσης υψηλότερη αναλογία λίπους στην κοιλιά προς το λίπος στους γοφούς, γεγονός που έδειχνε ότι το λίπος συγκεντρωνόταν περισσότερο γύρω από τη μέση και λιγότερο στους γοφούς. Η συγκεκριμένη κατανομή του σωματικού λίπους είναι γνωστό ότι αυξάνει τον κίνδυνο προβλημάτων υγείας. Παράλληλα, οι γυναίκες αυτές έκαναν λιγότερο υγιεινές διατροφικές επιλογές, κατανάλωναν λιγότερες φυτικές ίνες και δεν προσλάμβαναν επαρκείς ποσότητες βασικών βιταμινών και μετάλλων.
Οι αιματολογικές εξετάσεις έδειξαν ότι οι γυναίκες βραδινού χρονότυπου είχαν υψηλότερα επίπεδα ινσουλίνης και τριγλυκεριδίων, καθώς και χαμηλότερα επίπεδα της προστατευτικής χοληστερίνης υψηλής πυκνότητας. Σε σύγκριση με τις γυναίκες των άλλων χρονότυπων, είχαν επίσης υψηλότερα επίπεδα λεπτίνης, μιας ορμόνης που συνδέεται με το σωματικό λίπος, και χαμηλότερα επίπεδα γκρελίνης, της ορμόνης που δίνει στον οργανισμό το σήμα της πείνας.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι, παρόλο που όλες οι ομάδες κατανάλωναν παρόμοιες ποσότητες θερμίδων και μακροθρεπτικών συστατικών, οι γυναίκες βραδινού χρονότυπου είχαν δυσμενέστερο προφίλ ως προς τους μεταβολικούς βιοδείκτες, το σωματικό λίπος και την πρόσληψη θρεπτικών συστατικών.
Οι ερευνητές ανέφεραν ότι απαιτούνται περισσότερες μελέτες για τη σχέση ανάμεσα στη χρονοδιατροφή και την παχυσαρκία, ιδιαίτερα σε πληθυσμούς με διαφορετική εθνοτική προέλευση. Με αυτόν τον τρόπο, οι επιστήμονες θα μπορέσουν να κατανοήσουν καλύτερα την πραγματική επίδραση του χρονότυπου και, στο μέλλον, να σχεδιάσουν εξατομικευμένες παρεμβάσεις για τη βελτίωση της υγείας.








