Όσο μεγαλώνουμε, ο ύπνος αλλάζει. Πολλές γυναίκες μετά τα 40 παρατηρούν ότι δυσκολεύονται περισσότερο να αποκοιμηθούν, έχουν αϋπνίες ή νιώθουν κουρασμένες ακόμη και μετά από αρκετές ώρες στο κρεβάτι. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα συχνό φαινόμενο, το οποίο συνδέεται τόσο με φυσιολογικές αλλαγές του οργανισμού, όσο και με τις αυξημένες απαιτήσεις της καθημερινότητας.
Στην ηλικία των 20 ή των 30 ετών, ο οργανισμός μπορεί να ανακάμπτει πιο εύκολα από έλλειψη ύπνου, καφεΐνη ή ακανόνιστα ωράρια. Μετά τα 40 όμως, η ποιότητα του ύπνου αρχίζει να μειώνεται σταδιακά. Με την πάροδο των χρόνων μειώνεται ο βαθύς ύπνος, δηλαδή το στάδιο εκείνο που είναι απαραίτητο για τη σωματική και πνευματική αποκατάσταση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο ύπνος να γίνεται πιο ελαφρύς και διακεκομμένος.
Οι ορμονικές αλλαγές παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο. Η εμμηνόπαυση επηρεάζει την παραγωγή ορμονών όπως τα οιστρογόνα και η προγεστερόνη, οι οποίες σχετίζονται άμεσα με τη ρύθμιση του ύπνου. Οι νυχτερινές εφιδρώσεις, οι εξάψεις, η αυξημένη ευαισθησία στο στρες και οι συχνές νυχτερινές αφυπνίσεις είναι συχνά συμπτώματα που επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την ξεκούραση.
Παράλληλα, η ψυχική και συναισθηματική φόρτιση αυξάνεται σημαντικά σε αυτή τη φάση της ζωής. Επαγγελματικές υποχρεώσεις, οικογένεια, φροντίδα παιδιών ή ηλικιωμένων συγγενών και συνεχής πίεση δημιουργούν έναν διαρκή «θόρυβο» στο μυαλό. Πολλές γυναίκες διαπιστώνουν ότι μόλις ξαπλώσουν, αρχίζουν να σκέφτονται όσα πρέπει να κάνουν την επόμενη ημέρα, με αποτέλεσμα το σώμα να βρίσκεται στο κρεβάτι αλλά ο εγκέφαλος να παραμένει σε εγρήγορση.
Η κατανάλωση υγρών αργά το βράδυ μπορεί επίσης να επηρεάζει σημαντικά τον ύπνο. Με την ηλικία, οι μύες του πυελικού εδάφους εξασθενούν, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η ανάγκη για νυχτερινή ούρηση. Ακόμη και μικρές διακοπές στον βραδινό ύπνο μπορούν να επηρεάσουν τον κύκλο ξεκούρασης και να δυσκολέψουν την επαναφορά σε βαθύ ύπνο. Για αυτό, καλό είναι να περιορίζεται την κατανάλωση νερού περίπου δύο ώρες πριν την ξαπλώσετε.
Σημαντικό ρόλο παίζει και η υγιεινή ύπνου. Συνήθειες που φαίνονται αθώες, όπως η χρήση κινητού πριν τον ύπνο, η τηλεόραση στο κρεβάτι, η κατανάλωση αλκοόλ ή σοκολάτας αργά το βράδυ και η έκθεση σε έντονο φως, μπορούν να διαταράξουν τη φυσιολογική παραγωγή μελατονίνης. Η μελατονίνη είναι η ορμόνη που βοηθά τον οργανισμό να αντιληφθεί ότι πλησιάζει η ώρα του ύπνου και η φυσική παραγωγή της μειώνεται με την ηλικία.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η λήψη συμπληρώματος μελατονίνης μπορεί να βοηθήσει στη ρύθμιση του βιολογικού ρολογιού, πάντα όμως με καθοδήγηση ειδικού. Η μελατονίνη δεν λειτουργεί ως κλασικό υπνωτικό χάπι, αλλά βοηθά τον οργανισμό να συγχρονίσει καλύτερα τον κύκλο ύπνου και αφύπνισης. Για αυτό και αρκετές γυναίκες αναφέρουν βελτίωση όταν τη χρησιμοποιούν σωστά και για περιορισμένο χρονικό διάστημα.








