Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) όρισε ένα όριο ασφάλειας για την παρουσία της τοξίνης σερεουλίδη σε βρεφικό γάλα, μετά από το συναγερμό που προκλήθηκε με τις ανακλήσεις σε περισσότερες από 60 χώρες.
Πιο συγκεκριμένα, η EFSA ανακοίνωσε σήμερα ότι οι επιστήμονές της καθόρισαν μια «οξεία δόση αναφοράς» για την σερεουλίδη σε βρέφη - τη μέγιστη ποσότητα που μπορεί να καταποθεί με ασφάλεια σε μία μόνο ημέρα - στα 0,014 μικρογραμμάρια ανά κιλό σωματικού βάρους.
Αυτό ισχύει για τα «μικρά βρέφη», τα οποία η EFSA ορίζει ως εκείνα ηλικίας κάτω των 16 εβδομάδων. Αυτό ευθυγραμμίζεται με την ανακοίνωση της Γαλλίας την περασμένη Παρασκευή ότι το εθνικό όριο ασφαλείας της θα μειωθεί από 0,3 μικρογραμμάρια ανά κιλό σε 0,014 μικρογραμμάρια ανά κιλό.
Να σημειωθεί ότι, η σερεουλίδη, που παράγεται από το βακτήριο Bacillus cereus, μπορεί να προκαλέσει ναυτία, έμετο και διάρροια στα παιδιά. Σε βρέφη μπορεί να οδηγήσει σε αφυδάτωση. Από τον Δεκέμβριο, μεγάλες εταιρείες γαλακτοκομικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των Nestlé, Lactalis και Danone, έχουν πραγματοποιήσει προληπτικές ανακλήσεις παρτίδων βρεφικού γάλακτος παγκοσμίως μετά την ανίχνευση σερεουλίδης.
Σε απάντησή της στα τεκταινόμενα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από την EFSA να παράσχει επείγουσες επιστημονικές συμβουλές και να προτείνει ένα όριο ασφάλειας στην ΕΕ για την παρουσία της τοξίνης σερεουλίδη.
Παρ’όλο που δεν έχουν επιβεβαιωθεί κρούσματα μόλυνσης, συνεχίζονται οι έρευνες στην Ανζέ και το Μπορντό της Γαλλίας για τους θανάτους δύο βρεφών τον Ιανουάριο που είχαν καταναλώσει βρεφικό γάλα Guigoz που παρήχθη από την Nestlé. Το Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων της ΕΕ (ECDC) δήλωσε επίσης ότι έλαβε αναφορές για διάρροια σε παιδιά μετά από την κατανάλωση των ανακληθέντων προϊόντων. Αφού η Nestlé επιβεβαίωσε ότι η μόλυνση προήλθε από το συστατικό έλαιο αραχιδονικού οξέος (ARA), η προσοχή των γαλλικών αρχών στρέφεται τώρα σε έναν κατασκευαστή με έδρα την Κίνα ως πηγή της μολυσμένης παρτίδας.
Μετά από όσα έγιναν γνωστά, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι τόσο οι εταιρείες όσο και οι δημόσιες αρχές κινήθηκαν με καθυστέρηση στην έκδοση προειδοποιήσεων. Σύμφωνα με τους Financial Times, η Nestlé δήλωσε στις ολλανδικές αρχές στις 10 Δεκεμβρίου ότι εσωτερικές δοκιμές είχαν αποκαλύψει μόλυνση σε ένα εργοστάσιο και ξεκίνησε τις ανακλήσεις στις 5 Ιανουαρίου, μετά από εβδομάδες δοκιμών των συστατικών.
Στις 29 Ιανουαρίου, η ΜΚΟ προστασίας των καταναλωτών Foodwatch ανακοίνωσε ότι υπέβαλε καταγγελία μαζί με οκτώ οικογένειες των οποίων τα παιδιά αρρώστησαν μετά από την κατανάλωση βρεφικού γάλακτος από τις Nestlé, Lactalis και Vitagermine. Οι εταιρείες ήταν «τρομακτικά αμελείς» στην έκδοση προειδοποιήσεων, δήλωσε η Ingrid Kragl, διευθύντρια πληροφοριών της Foodwatch France.
Η Nestlé υποστήριξε ότι «έχει λάβει τα απαραίτητα μέτρα στις χώρες, όπου έχει εντοπιστεί το πρόβλημα σε στενή συνεργασία με τις αρχές, για να ανακαλέσει όλα τα πιθανώς επηρεαζόμενα προϊόντα» και ότι, μέχρι σήμερα, δεν έχει επιβεβαιωθεί καμία σύνδεση μεταξύ της κατανάλωσης των προϊόντων της και εμφάνισης κάποιου προβλήματος υγείας σε βρέφη.








