Περίπου 1 στους 5 ανθρώπους θα εμφανίσει καρκίνο κάποια στιγμή στη ζωή του. Πρόκειται για μία από τις βασικές αιτίες θανάτου στις περισσότερες χώρες, με περίπου 9,7 εκατομμύρια θανάτους παγκοσμίως το 2022. Η ανίχνευση της νόσου σε πρώιμο στάδιο σημαίνει συνήθως ότι οι θεραπείες είναι λιγότερο επεμβατικές, λιγότερο δαπανηρές και έχουν περισσότερες πιθανότητες να οδηγήσουν σε καλύτερα ποσοστά επιβίωσης.
Οι περισσότεροι θάνατοι από καρκίνο συμβαίνουν όταν η διάγνωση γίνεται σε προχωρημένο στάδιο, όταν η νόσος έχει ήδη εξελιχθεί και έχει εξαπλωθεί σε άλλα σημεία του σώματος, εξήγησε στο Nature ο Nitzan Rosenfeld, βιοτεχνολόγος καρκίνου στο Barts Cancer Institute του Queen Mary University of London. «Αυτό συμβαίνει επειδή, κυρίως, βασιζόμαστε στο να παρατηρήσουν οι άνθρωποι κάτι ασυνήθιστο στο σώμα τους και στη συνέχεια να επισκεφθούν τον γιατρό τους», ανέφερε. «Ο μόνος τρόπος να ξεπεραστεί αυτό είναι να εντοπίζονται οι καρκίνοι πριν εμφανιστούν συμπτώματα».
Αυτός είναι ο στόχος των προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου, όπως η μαστογραφία για τον καρκίνο του μαστού, τα τεστ κοπράνων και η κολονοσκόπηση για τον καρκίνο του παχέος εντέρου και το τεστ Παπανικολάου για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας.
Τι ισχύει για τις εξετάσεις αίματος που υπόσχονται ότι εντοπίζουν τον καρκίνο;
Η επιστημονική βάση των τεστ πολλαπλής ανίχνευσης καρκίνου δεν είναι καινούργια. Οι ερευνητές γνωρίζουν εδώ και χρόνια ότι δείκτες καρκίνου, συμπεριλαμβανομένων μικρών τμημάτων DNA που απελευθερώνουν τα καρκινικά κύτταρα, μπορούν να εντοπιστούν στο αίμα, στο σάλιο και στα ούρα.
Οι εξετάσεις «υγρής βιοψίας», που βασίζονται σε παρόμοιες τεχνολογίες με εκείνες που χρησιμοποιούνται στα τεστ πολλαπλής ανίχνευσης καρκίνου, χρησιμοποιούνται ήδη ευρέως από γιατρούς για την παρακολούθηση της εξέλιξης του καρκίνου και για την επιλογή της καταλληλότερης θεραπείας. Ωστόσο, η ανίχνευση καρκίνου σε πρώιμο στάδιο είναι πολύ πιο δύσκολη, επειδή στο αίμα κυκλοφορούν ελάχιστα ίχνη DNA από τον όγκο.
Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα τεστ πολλαπλής ανίχνευσης καρκίνου έχουν τη δυνατότητα να αλλάξουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο εντοπίζεται και αντιμετωπίζεται η νόσος, ιδιαίτερα για τύπους καρκίνου για τους οποίους δεν υπάρχουν διαθέσιμα εργαλεία προσυμπτωματικού ελέγχου. Άλλοι, όμως, διαφωνούν, επισημαίνοντας ότι τα τεστ δεν εντοπίζουν πολλούς ή ακόμη και τους περισσότερους καρκίνους σε πρώιμο στάδιο και ότι τα μειονεκτήματα των λανθασμένων διαγνώσεων για πολλούς ανθρώπους μπορεί να υπερτερούν των οφελών για λίγους.
«Όταν παίρνετε ένα αρνητικό αποτέλεσμα, αυτό είναι ευχάριστο, αλλά μπορεί να εξακολουθείτε να έχετε καρκίνο», ανέφερε ο Eric Topol, γιατρός και ερευνητής και ιδρυτής του Scripps Research Translational Institute στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας. «Πιστεύω ότι είναι απερίσκεπτο να προωθούνται αυτά τα τεστ με τα δεδομένα που έχουμε μέχρι σήμερα».
«Τα προγράμματα αυτά απέχουν πολύ από την τελειότητα. Ορισμένοι άνθρωποι θεωρούν τις εξετάσεις επώδυνες, άβολες ή ακόμη και ντροπιαστικές, με αποτέλεσμα να μην συμμετέχουν όλοι. Επιπλέον, για τους περισσότερους τύπους καρκίνου δεν υπάρχει οργανωμένος προσυμπτωματικός έλεγχος. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα προγράμματα προληπτικού ελέγχου εντοπίζουν μόλις το 14% των καρκίνων που διαγιγνώσκονται. Οι περισσότερες διαγνώσεις προκύπτουν από άλλους ελέγχους ή από επισκέψεις στον γιατρό», γράφει το Nature.
Ο έλεγχος για περισσότερους τύπους καρκίνου με τη χρήση των τεστ πολλαπλής ανίχνευσης καρκίνου θα μπορούσε να αυξήσει την πιθανότητα κάποιοι άνθρωποι να ενημερωθούν ότι ίσως έχουν καρκίνο ενώ στην πραγματικότητα δεν έχουν. Αυτό μπορεί να προκαλέσει άγχος και να οδηγήσει σε επεμβατικές εξετάσεις για επιβεβαίωση. Οι κίνδυνοι αυτοί είναι μεγαλύτεροι για σπάνιους καρκίνους, για τους οποίους είναι πιο δύσκολο να αναπτυχθούν αξιόπιστα τεστ.
Αν και ο προσυμπτωματικός έλεγχος έχει μειώσει τους θανάτους από καρκίνο, οι ερευνητές τα τελευταία περίπου 30 χρόνια αναζητούν νέες προσεγγίσεις που θα μπορούσαν να μειώσουν ακόμη περισσότερο το βάρος της νόσου. Η δυναμική των τεστ πολλαπλής ανίχνευσης καρκίνου βρίσκεται στην απλότητά τους και στην υπόσχεση ότι θα μπορούσαν να εντοπίζουν περισσότερους καρκίνους σε πρώιμο στάδιο. «Πιστεύω ότι έχουν τη δυνατότητα να αλλάξουν τα δεδομένα», ανέφερε ο Rosenfeld. «Στο καλύτερο σενάριο, αν επιβεβαιωθούν από κλινικές δοκιμές, θα μπορούσαν να αποτελέσουν καθιερωμένη πρακτική στην ιατρική».
Ενδείξεις στο αίμα
Οι καθιερωμένες τεχνολογίες προσυμπτωματικού ελέγχου εντοπίζουν συγκεκριμένους τύπους καρκίνου χρησιμοποιώντας φυσιολογικούς ή μοριακούς δείκτες, όπως ενδείξεις αλλαγών στην πυκνότητα του ιστού του μαστού στις μαστογραφίες. Τα τεστ πολλαπλής ανίχνευσης καρκίνου έχουν πιο δύσκολο στόχο: πρέπει να εντοπίζουν βιοδείκτες που σχετίζονται με πολλούς διαφορετικούς καρκίνους σε ένα μόνο δείγμα αίματος.
Οι επιστήμονες γνωρίζουν εδώ και χρόνια ότι οι όγκοι απελευθερώνουν στο αίμα τμήματα του εαυτού τους, κύτταρα και θραύσματα DNA. Πολλές από τις πρώτες προσπάθειες ανάπτυξης εξετάσεων αίματος για συγκεκριμένους καρκίνους εξέταζαν αυτά τα θραύσματα για γενετικές μεταλλάξεις που είναι γνωστό ότι συνδέονται με αυτούς τους καρκίνους. Ωστόσο, επειδή τα κύτταρα και τα θραύσματα από τους όγκους βρίσκονται σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις, ιδιαίτερα στα πρώιμα στάδια, «χάνονται» μέσα στη μεγάλη ποσότητα άλλου ελεύθερου DNA που κυκλοφορεί στο αίμα. Για παράδειγμα, το DNA του όγκου μπορεί να αποτελεί μόλις το 0,006% του ελεύθερου DNA στο αίμα.
Παράλληλα, οι πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις καρκινικού DNA στο αίμα οδήγησαν άλλους ερευνητές σε διαφορετικές προσεγγίσεις. «Όταν αναζητάτε μεταλλάξεις στο πλάσμα, ψάχνετε κάτι εξαιρετικά σπάνιο, ίσως μία στις ένα εκατομμύριο», εξήγησε ο Dennis Lo, μοριακός βιολόγος στο Chinese University of Hong Kong.
Ο Lo άρχισε να εξετάζει θραύσματα DNA στο αίμα για επιγενετικές αλλαγές, δηλαδή χημικά «σημάδια» στο γονιδίωμα που ενεργοποιούν ή απενεργοποιούν γονίδια. Η ομάδα του ανέπτυξε μια τεχνική που μπορεί να σαρώσει ολόκληρο το γονιδίωμα για αυτά τα σημάδια, τα οποία δημιουργούνται μέσω μιας διαδικασίας που ονομάζεται μεθυλίωση DNA, και έδειξε ότι μπορούσε να εντοπίσει τη θέση των όγκων στο σώμα.
Ο Lo και άλλοι ερευνητές χρησιμοποίησαν επίσης τη φυσική μορφή των θραυσμάτων DNA των όγκων, τα οποία διαφέρουν από το φυσιολογικό DNA σε διάφορα χαρακτηριστικά, όπως το μέγεθος και η δομή των άκρων τους, για να αποκαλύψουν τη θέση και τον τύπο ενός καρκίνου.
Ορισμένες ερευνητικές ομάδες και εταιρείες που αναπτύσσουν τεστ πολλαπλής ανίχνευσης καρκίνου συνδυάζουν διαφορετικές μεθόδους για να βελτιώσουν την ακρίβεια.
Πόσο ακριβή είναι αυτά τα τεστ
Για να αξιολογηθεί αν τα τεστ πολλαπλής ανίχνευσης καρκίνου είναι έτοιμα για ευρεία χρήση, οι ρυθμιστικές αρχές, οι υπεύθυνοι των συστημάτων υγείας και οι ασφαλιστικοί φορείς εξετάζουν αποτελέσματα από κλινικές δοκιμές που αξιολογούν τις εξετάσεις με βάση ορισμένους βασικούς δείκτες. Αυτοί περιλαμβάνουν το ποσοστό των ανθρώπων με καρκίνο που λαμβάνουν θετικό αποτέλεσμα (ευαισθησία), το ποσοστό των ανθρώπων χωρίς καρκίνο που αναγνωρίζονται σωστά ως αρνητικοί (ειδικότητα) και το ποσοστό των ανθρώπων με θετικό αποτέλεσμα που πράγματι έχουν καρκίνο (θετική προγνωστική αξία). Ο τελευταίος δείκτης εξαρτάται από το πόσο συχνή είναι μια νόσος στον πληθυσμό που εξετάζεται.
Συστηματικές ανασκοπήσεις που συνδυάζουν αποτελέσματα από διαφορετικά είδη μελετών έχουν δείξει ότι τα τεστ έχουν υψηλή ειδικότητα, καθώς αναγνωρίζουν σωστά όσους δεν έχουν καρκίνο στο 96% έως 99,5% των περιπτώσεων. Η ευαισθησία τους όμως παρουσιάζει μεγαλύτερη διακύμανση, καθώς εντοπίζουν σωστά το 30% έως 80% των ανθρώπων με καρκίνο.
Πολλά τεστ πολλαπλής ανίχνευσης καρκίνου έχουν αξιολογηθεί μόνο σε δοκιμές στις οποίες είναι ήδη γνωστό αν οι συμμετέχοντες έχουν καρκίνο. Αυτές οι δοκιμές μπορεί να μην αντικατοπτρίζουν πλήρως τον γενικό πληθυσμό. Για να αντιμετωπιστεί αυτό, άλλες μελέτες στρατολόγησαν άτομα χωρίς ιστορικό καρκίνου και τα παρακολούθησαν με την πάροδο του χρόνου.
Μία τέτοια μελέτη αξιολόγησε το τεστ αίματος CancerSEEK σε γυναίκες ηλικίας 65 έως 75 ετών χωρίς ιστορικό καρκίνου. Το τεστ απέκλεισε σωστά την ύπαρξη καρκίνου στο 98,9% των ανθρώπων που δεν είχαν τη νόσο, ποσοστό που έφτασε το 99,6% όταν συνδυάστηκε με απεικονιστική εξέταση. Ωστόσο, εντόπισε μόνο 26 από τους 96 καρκίνους που διαγνώστηκαν κατά τη διάρκεια της μελέτης.
Τα αποτελέσματα μιας δοκιμής του τεστ Galleri που δημοσιεύθηκαν το 2023 έδειξαν παρόμοια εικόνα. Η ομάδα ανέφερε ότι το ποσοστό των ανθρώπων χωρίς καρκίνο που έλαβαν αρνητικό αποτέλεσμα ήταν 99,1%. Από τα 92 άτομα όμως με θετικό αποτέλεσμα, μόνο το 38% διαγνώστηκε τελικά με καρκίνο.
Τον Οκτώβριο του περασμένου έτους, η Grail ανακοίνωσε προκαταρκτικά αποτελέσματα από μια μεγαλύτερη μελέτη παρακολούθησης, τα οποία δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί. Η μελέτη αξιολόγησε την απόδοση του Galleri σε 23.000 άνδρες και γυναίκες ηλικίας άνω των 50 ετών χωρίς ιστορικό καρκίνου, οι οποίοι είχαν επίσης υποβληθεί σε καθιερωμένο προσυμπτωματικό έλεγχο για καρκίνο του μαστού, του τραχήλου της μήτρας, του παχέος εντέρου και του πνεύμονα. Σύμφωνα με την Grail, η πιθανότητα ένα άτομο σε αυτή την ομάδα με θετικό αποτέλεσμα να λάβει τελικά διάγνωση καρκίνου ήταν 61,6%.
«Σχεδόν τις μισές φορές που το αποτέλεσμα είναι θετικό, στην πραγματικότητα δεν ισχύει», ανέφερε η Anna Schuh, αιματολόγος και ογκολόγος στο University of Oxford στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία εργάζεται στην ανάπτυξη ενός τεστ πολλαπλής ανίχνευσης καρκίνου που συνδυάζει διάφορες μεθόδους ανίχνευσης για να βελτιωθεί η ακρίβεια.
Οι επικριτές αμφισβήτησαν επίσης ορισμένες από τις επιλογές της εταιρείας σχετικά με τα δεδομένα. Η αρχική μελέτη περιλάμβανε περισσότερους από 35.000 συμμετέχοντες, αλλά τα αποτελέσματα αφορούσαν μόνο ένα υποσύνολο. Σε επιστολή που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό The Lancet Oncology, εννέα ερευνητές, μεταξύ των οποίων και η Schuh, έγραψαν ότι η κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης «επιλεγμένων δεικτών απόδοσης» που βασίζονταν σε δελτίο Τύπου αποτελούσε παράδειγμα «εμπορικά καθοδηγούμενης, πρόωρης παρουσίασης δεδομένων που δεν έχουν αξιολογηθεί από ομότιμους ως απόδειξη ενός μετασχηματιστικού επιτεύγματος».
Τον περασμένο μήνα δημοσιεύθηκαν επίσης ορισμένα βασικά ευρήματα από τη δοκιμή NHS-Galleri, στην οποία συμμετέχουν περίπου 142.000 άτομα ηλικίας 50 έως 77 ετών χωρίς συμπτώματα, τα οποία υποβάλλονταν επίσης σε καθιερωμένο προσυμπτωματικό έλεγχο. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες. Η μία έκανε ετήσιες εξετάσεις Galleri για τρία χρόνια και η άλλη υποβαλλόταν μόνο σε αιμοληψία χωρίς εξέταση. Η μελέτη σχεδιάστηκε για να διαπιστωθεί αν το Galleri μπορεί να μειώσει τις διαγνώσεις καρκίνου σε προχωρημένο στάδιο, δηλαδή στα στάδια 3 και 4, εντοπίζοντας τα περιστατικά νωρίτερα από ό,τι θα συνέβαινε μόνο με τον συνήθη προσυμπτωματικό έλεγχο.
Η δοκιμή δεν πέτυχε στατιστικά σημαντικό αποτέλεσμα στον βασικό της στόχο. Ωστόσο, η εταιρεία υποστηρίζει ότι άλλα δεδομένα της δοκιμής έδειξαν ότι το τεστ έχει αξία. Σε άτομα που υποβάλλονταν επίσης σε καθιερωμένο προσυμπτωματικό έλεγχο, «υπήρξε τετραπλάσια αύξηση στο ποσοστό ανίχνευσης καρκίνου μεταξύ όσων έκαναν ετήσιο έλεγχο με Galleri», ανέφερε ο Harpal Kumar, επιστημονικός διευθυντής και πρόεδρος διεθνών δραστηριοτήτων της Grail. Ο Kumar πρόσθεσε ότι υπήρξε επίσης «σημαντική» μείωση στις διαγνώσεις καρκίνου σταδίου 4 σε 12 τύπους καρκίνου που μαζί ευθύνονται για τα δύο τρίτα των θανάτων από καρκίνο.
Εκπρόσωπος του NHS ανέφερε: «Τα στοιχεία αυτά αποτελούν ένα σημαντικό βήμα και το NHS θα μελετήσει προσεκτικά τα πλήρη αποτελέσματα αυτής της μεγάλης δοκιμής τους επόμενους μήνες».
Οι δυσκολίες
Ακόμη και αν τα τεστ πολλαπλής ανίχνευσης καρκίνου καταφέρουν να εντοπίζουν τον καρκίνο νωρίτερα, ορισμένοι ειδικοί αμφισβητούν αν αυτό θα μεταφραστεί πραγματικά σε κλινικό όφελος. Για παράδειγμα, ένα τεστ μπορεί να εντοπίζει νωρίτερα λιγότερο επικίνδυνους καρκίνους που θεραπεύονται πιο εύκολα, αλλά να μην ανιχνεύει πιο επιθετικές μορφές που προκαλούν περισσότερους θανάτους. «Η έγκαιρη ανίχνευση του καρκίνου είναι πραγματικά σημαντική αν οδηγεί σε καλύτερα αποτελέσματα για τους ασθενείς», εξήγησε η Julia Burnier, μοριακή και κυτταρική βιολόγος που μελετά τις υγρές βιοψίες στο McGill University στο Μόντρεαλ του Καναδά. «Το αν αυτά τα τεστ επηρεάζουν τη συνολική επιβίωση είναι ένα ερώτημα που δεν έχει ακόμη απαντηθεί».
Οι περισσότεροι υποστηρικτές των τεστ πολλαπλής ανίχνευσης καρκίνου αναφέρουν ότι οι εξετάσεις πρέπει να λειτουργούν συμπληρωματικά στα υπάρχοντα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου και όχι να τα αντικαθιστούν. Εντούτοις, ορισμένοι ερευνητές δημόσιας υγείας προειδοποιούν ότι η πρόωρη ευρεία χρήση αυτών των τεστ θα μπορούσε να έχει σοβαρές απρόβλεπτες συνέπειες.
Ο Tom Callender, γιατρός δημόσιας υγείας στο University of Cambridge και μέλος της ομάδας εργασίας της UK National Screening Committee για τεστ ανίχνευσης πολλαπλών καρκίνων, ανέφερε ότι αν και τα σημερινά τεστ πολλαπλής ανίχνευσης καρκίνου αναζητούν πολλούς τύπους καρκίνου, όταν πρόκειται για καρκίνους που καλύπτονται ήδη από υπάρχοντα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου δεν είναι εξίσου ευαίσθητα. «Ο κίνδυνος είναι ότι οι άνθρωποι θα πιστέψουν ότι όλα είναι εντάξει, θα επιλέξουν να μην κάνουν τις καθιερωμένες εξετάσεις προσυμπτωματικού ελέγχου και αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε περισσότερους θανάτους που θα μπορούσαν να είχαν προληφθεί».








