Πριν από μερικά χρόνια, ο David A Colbert, δερματολόγος στη Νέα Υόρκη, δέχθηκε ένα απρόσμενο τηλεφώνημα από έναν σκηνοθέτη του Χόλιγουντ. Ο σκηνοθέτης γύριζε μια ταινία με πρωταγωνιστή έναν πολύ γνωστό ηθοποιό, ο οποίος είχε βάλει τόσο πολύ filler στο πρόσωπό του, που δε μπορούσε να πάρει τις απαραίτητες εκφράσεις για το ρόλο του.
Ο σκηνοθέτης άρχισε να επιπλήττει τον Colbert, το ιατρείο του οποίου έχει αναλάβει διάσημα πρόσωπα όπως η Sienna Miller, η Naomi Watts και η Robin Wright, θεωρώντας ότι εκείνος είχε περιορίσει την ικανότητα του ηθοποιού να εκφράζεται. «Ήταν κάπως αγενής», αποκάλυψε ο Colbert στον Guardian. «Μου είπε κάτι σαν: “Μπορείτε να σταματήσετε αυτό που κάνετε στο πρόσωπό του;”».
Ο σκηνοθέτης έκανε λάθος. Ο Colbert δεν είχε κάνει ποτέ στον συγκεκριμένο ηθοποιό ούτε δερματικό filler ούτε Botox. «Αλλά τον καταλάβαινα, γιατί ήθελε οι ηθοποιοί του να μοιάζουν με ανθρώπους», είπε ο Colbert, ο οποίος δεν αποκάλυψε την ταυτότητα κανενός από τους δύο.
Ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης έδινε μια χαμένη μάχη. Σήμερα, το νέο «must have» προϊόν ανάμεσα στους celebrities δεν είναι ένα concealer 280 δολαρίων ούτε μια ενυδατική κρέμα των 1000 δολαρίων. Είναι ένα εντελώς νέο πρόσωπο, με φουσκωμένα χείλη, τεντωμένο δέρμα και ακίνητο μέτωπο. Για τους υπόλοιπους, αυτό σημαίνει ότι στις κινηματογραφικές αίθουσες και στις πλατφόρμες streaming βλέπουμε πρόσωπα που μοιάζουν «πειραγμένα» και, ακριβώς γι’ αυτό, περιορισμένα από ακριβές αισθητικές επεμβάσεις.
Όταν κυκλοφόρησε το trailer της ταινίας The Odyssey του Christopher Nolan, σχολιαστές του διαδικτύου παραπονέθηκαν ότι η Anne Hathaway, η οποία έχει διαψεύσει τις φήμες περί αισθητικών επεμβάσεων, δεν μπορούσε να κινήσει αρκετά το μέτωπό της. Θεώρησαν απίθανο η Πηνελόπη, η σύζυγος του Οδυσσέα, να είχε πρόσβαση σε τόσο καλό δερματολόγο στην αρχαία Ελλάδα. Πολλά τέτοια αντίστοιχα περιστατικά πρόσφατα οδηγήσαν έναν κριτικό σινεμά της σελίδας Dazed να αναρωτηθεί: «Καταστρέφει το Botox τον κινηματογράφο;».
Μεγάλο μέρος αυτής της συζήτησης γύρω από τις αισθητικές επεμβάσεις είναι κακόβουλο. Έχει έντονο μισογυνισμό, καθώς κατηγορεί τις γυναίκες για τα μη ρεαλιστικά πρότυπα ομορφιάς που κυριαρχούν στον κινηματογράφο και ταυτόχρονα πνίγει τις απαραίτητες συζητήσεις για τη γήρανση στη βιομηχανία. Η Millie Bobby Brown, μόλις 22 ετών, είπε ότι οι αντιδράσεις του κοινού στην αμετάβλητη έκφρασή της κατά τη διάρκεια της προώθησης του Electric State την έκαναν να κλειστεί στο σπίτι και να νιώσει «κατάθλιψη για 3, 4 μέρες». Οι επιθέσεις, όμως, δεν αφορούν μόνο τις γυναίκες. Ο Barry Keoghan είπε ότι η διαδικτυακή κακοποίηση για την εμφάνισή του, καθώς θαυμαστές έχουν κάνει εικασίες για το αν έχει βάλει filler ή όχι, τον έκανε να «απομακρυνθεί» από την υποκριτική και τη δημόσια ζωή.
«Είναι όμως επίσης αλήθεια ότι μερικές από τις καλύτερες ερμηνείες προκύπτουν όταν ο ηθοποιός αφήνεται εντελώς και δεν φοβάται να δείξει άσχημος. Από τη Lucille Ball που καταβροχθίζει σοκολάτες στο I Love Lucy μέχρι τη Charlize Theron στην αμείλικτα ωμή απεικόνιση της φτωχής κατά συρροή δολοφόνου Aileen Wuornos στο Monster. Τα εμφανή δερματικά fillers, το Botox, η αυξητική χειλιών και η διαμόρφωση της γραμμής του σαγονιού δεν ευνοούν ακριβώς τις εκφραστικές, βαθιά συγκινητικές ερμηνείες», γράφει ο Guardian.
Αυτή η έλλειψη κίνησης αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της υποκριτικής. Η ομορφιά ήταν πάντα μέρος των απαιτήσεων για να γίνει κάποιος σταρ, αλλά το ίδιο ίσχυε και για την εκφραστικότητα του προσώπου. Μήπως λοιπόν όλα αυτά τα fillers οδηγούν σε χειρότερες ερμηνείες;
Οι ηθοποιοί διαμόρφωναν τα πρόσωπά τους από τότε που υπάρχει η κινηματογραφική βιομηχανία. Και το κοινό πάντα είχε άποψη για αυτό.
Η Marsha Gordon, ιστορικός και καθηγήτρια κινηματογραφικών σπουδών στο North Carolina State University, αναφέρει ένα άρθρο του 1929 στο περιοδικό Motion Picture με τίτλο The Flesh and Blood Racket. Το άρθρο κατονόμαζε και εξέθετε κυρίως άνδρες που είχαν υποβληθεί σε επέμβαση, όπως τον πυγμάχο Jack Dempsey, ο οποίος διόρθωσε τη χτυπημένη μύτη του για να προετοιμαστεί για κινηματογραφική καριέρα. Ο δυναμικός ηθοποιός Louis Wolheim, γνωστός για ρόλους κακοποιών, ήθελε να κάνει ρινοπλαστική ώστε να περάσει σε πρωταγωνιστικούς ρόλους. Τα στελέχη του στούντιο United Artists κατάφεραν να εκδώσουν περιοριστική εντολή για να τον εμποδίσουν να αλλάξει τη μύτη του.
«Το κοντινό πλάνο ήταν απολύτως κρίσιμο για τον κινηματογράφο. Φαντάζομαι το πρόσωπο της Marlene Dietrich, της Greta Garbo ή της Clara Bow να γεμίζει την οθόνη», είπε η Gordon. «Δεν είχε να κάνει μόνο με τη μετάδοση συναισθήματος. Ήταν μια ευκαιρία για το κοινό να κάθεται στο παλάτι μιας κινηματογραφικής αίθουσας και να βλέπει ένα όμορφο πρόσωπο».
Αυτές οι γυναίκες δεν γλίτωσαν από τις φήμες περί επεμβάσεων στο πρόσωπο ούτε στην εποχή τους. Ο θρύλος λέει ότι η Dietrich αφαίρεσε γομφίους για να αποκτήσει τα περίφημα έντονα ζυγωματικά της, ενώ η MGM φέρεται να έστειλε κρυφά την Garbo σε χειρουργό. Καμία από τις δύο ηθοποιούς δεν έμεινε στην ιστορία για υπερβολικές εκφράσεις στην οθόνη. Και οι δύο εξέπεμπαν μια διακριτική ψυχρότητα. Ωστόσο, και οι δύο έγιναν γνωστές για τα χαρακτηριστικά που τις ξεχώριζαν, όπως τα εξαιρετικά λεπτά φρύδια της Dietrich ή τα βαθιά, βαριά βλέφαρα της Garbo.
«Οι ταινίες έχουν γίνει λιγότερο οικείες ως προς τον τρόπο που καδράρουν το πρόσωπο ενός ερμηνευτή», συνέχισε η Gordon. «Καθώς απομακρυνόμαστε από την κουλτούρα της κινηματογραφικής αίθουσας, από τις μεγάλες οθόνες στις μικρές, αναρωτιέμαι αν αυτό σχετίζεται με την ανοχή απέναντι στα fillers».
Ο Anthony Brissett, αισθητικός χειρουργός στο Χιούστον και πρόεδρος της American Academy of Facial Plastic and Reconstructive Surgery, δεν εστιάζει στο μέγεθος της οθόνης αλλά στις σύγχρονες κάμερες υψηλής ευκρίνειας, οι οποίες αποκαλύπτουν περισσότερα από όσα βλέπει το γυμνό μάτι. «Υπάρχουν πράγματα στην εμφάνισή τους που οι ηθοποιοί μοιράζονται μαζί μου και τους ενοχλούν», είπε. «Δυσκολεύομαι να τα δω. Μετά τους βλέπω στην τηλεόραση και, ναι, πράγματι, είναι εκεί. Βρίσκονται κάτω από έντονη παρατήρηση και αισθάνονται την ανάγκη να δείχνουν συνεχώς ίδιοι».
Η ηλικία κάποτε ήταν εχθρός ενός ηθοποιού. Στην εποχή του συστήματος των σταρ του Χόλιγουντ, όταν τα στούντιο έλεγχαν κάθε πτυχή της ζωής των ηθοποιών, μια γυναίκα στα 40 της μπορούσε να εξαφανιστεί αθόρυβα, όπως έκανε η Dietrich, ή να δεχθεί περισσότερους ρόλους χαρακτήρα, που συχνά δεν ήταν καθόλου κολακευτικοί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Bette Davis στο Whatever Happened to Baby Jane?. Σήμερα, οι γυναίκες ηθοποιοί δεν αναμένεται πλέον να εξαφανιστούν από τα φώτα της δημοσιότητας μόλις περάσουν τα 30. Μια γυναίκα στα 40 της μπορεί να σηκώσει μια ταινία. Αλλά βοηθά την καριέρα της να δείχνει σαν να μη γέρασε ποτέ. Και θα τη βοηθούσε επίσης αν δεν έκλεινε ποτέ ούτε τα 60.
«Κατά κάποιον τρόπο περιμένω ότι οι γυναίκες ηθοποιοί μεταξύ 30 και 60 πιθανότατα κάνουν πράγματα και δεν θα κινούν τα μέτωπά τους», είπε ο Colbert. Οι άνδρες ηθοποιοί το κάνουν επίσης, αλλά «ο ανταγωνισμός είναι πολύ έντονος, ειδικά για τις γυναίκες».
Η μανία του Χόλιγουντ με τα fillers αντανακλά το ευρύτερο ενδιαφέρον στις ΗΠΑ. Εκτιμάται ότι 1,6 εκατ. Αμερικανοί έκαναν επεμβάσεις προσώπου πέρυσι, με τις νευροτοξίνες και τα fillers να είναι οι πιο δημοφιλείς επιλογές. Παράλληλα, υπάρχει και η αιφνίδια άνοδος των φαρμάκων GLP 1, όπως το Ozempic και το Wegovy, που έχουν αδυνατίσει σώματα και πρόσωπα διάσημων σε τέτοιο βαθμό, ώστε τα fillers χρησιμοποιούνται για να διορθώσουν την ισχνή όψη. Αν και για την Ελλάδα δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία, ορισμένα δεδομένα δείχνουν αύξηση των πλαστικών επεμβάσεων της τάξεως του 33% για το 2022 στη χώρα μας, ενώ την ίδια στιγμή κυκλοφορούν στο διαδίκτυο ακόμα και... εκπτωτικά κουπόνια, για όσους θέλουν να κάνουν Botox σε τιμές που φτάνουν ακόμα και κάτω από 100 ευρώ.
Την ίδια στιγμή, η αποφυγή αυτών των ιατρικών ραντεβού έχει γίνει ένδειξη αφοσίωσης στην τέχνη. Είναι μια ένδειξη ότι τα νέα πρότυπα ομορφιάς της βιομηχανίας δεν ευθυγραμμίζονται με την ίδια τη δουλειά ούτε με την εικόνα των απλών ανθρώπων που υποτίθεται ότι απεικονίζονται στις ταινίες. Η Kate Hudson είπε ότι σταμάτησε το Botox όσο γύριζε τον υποψήφιο για Όσκαρ ρόλο της στο Song Sung Blue, επειδή η ταινία διαδραματιζόταν στη δεκαετία του 1980, πριν η συγκεκριμένη διαδικασία κυκλοφορήσει στην αγορά. Η Jennifer Lawrence είπε στο New Yorker ότι κάνει Botox, αλλά βάζει όριο στο filler στο μέτωπο, επειδή φαίνεται περισσότερο στην κάμερα.
Στο casting υπάρχουν δύο κατηγορίες: οι εμπορικά δυνατοί σταρ και οι ηθοποιοί που δεν έχουν αναγνωρισιμότητα. Οι σταρ δεν περνούν από οντισιόν για ρόλους. Οι ηθοποιοί περνούν. Και για αυτούς, το ρίσκο είναι μεγαλύτερο όταν σκέφτονται αν πρέπει να ακολουθήσουν την τάση της αισθητικής «βελτίωσης».
«Μια ορατή πλαστική κόβει αμέσως σχεδόν κάθε οντισιόν σε κάθε project στο οποίο έχω δουλέψει», είπε η Marie, διευθύντρια casting με έδρα το Λος Άντζελες, η οποία έχει εργαστεί σε σειρές μεγάλων τηλεοπτικών δικτύων και σημαντικές κινηματογραφικές παραγωγές. Το Marie είναι ψευδώνυμο. «Τα δίκτυα μισούν πραγματικά την πλαστική χειρουργική, εκτός αν πρόκειται για κάποιον ήδη διάσημο. Τότε, μαγικά, δεν την προσέχουν. Όσο πιο διάσημος είσαι, τόσο περισσότερο μπορείς να πειράξεις το πρόσωπό σου πριν αρχίσει να μειώνει τις πιθανότητές σου να βρεθείς σε μια ταινία».
Η Marie είπε ότι ορισμένοι νεότεροι, ανερχόμενοι ηθοποιοί έχουν εμφανώς fillers, τα οποία μπορεί να δείχνουν ωραία σε μια selfie, αλλά τους εμποδίζουν να μπουν πραγματικά σε έναν ρόλο. «Είναι πραγματικά λυπηρό. Πολλές νεότερες ηθοποιοί αισθάνονται ότι πρέπει να είναι όμορφες στο Instagram, αλλά μετά αυτό τις κάνει λιγότερο ρεαλιστικές και προσιτές», είπε. «Το να είσαι μοντέλο και το να είσαι ηθοποιός είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Δεν θα έστελνα σε σκηνοθέτη κάποιον με ορατή πλαστική χειρουργική, γιατί θα μας κοιτούσαν σαν να είμαστε τρελοί και να έχουμε κακό γούστο».
Παρόλα αυτά, η Marie είπε ότι η αισθητική χειρουργική ή τα fillers δεν συζητούνται ποτέ ευθέως στις διαδικασίες casting στις οποίες έχει συμμετάσχει. «Είναι κάτι εντελώς άρρητο», είπε.
«Πιστεύω ότι αυτό που θα θέλει να βλέπει όλο και περισσότερο το κοινό είναι η αλήθεια, δηλαδή οι ατέλειες».
Ο Zak Barnett, 50 ετών, είναι acting coach στο Χόλιγουντ. Δεν συζητά για αισθητικές παρεμβάσεις όταν εκπαιδεύει ηθοποιούς στην καλλιτεχνική τους διαδικασία, αλλά είπε ότι οι μαθητές του μιλούν με τους ατζέντηδές τους για αυτό, εξετάζοντας αν θα τους βοηθήσει να βρουν δουλειά.
Ο Barnett πιστεύει ότι η πρόσφατη εισβολή της τεχνητής νοημοσύνης στο Χόλιγουντ μπορεί να βοηθήσει να αντιστραφεί αυτή η τάση. «Η επιθυμία για τελειότητα θα περάσει στα projects τεχνητής νοημοσύνης και στους ηθοποιούς τεχνητής νοημοσύνης», είπε. «Πιστεύω ότι αυτό που θα θέλει να βλέπει όλο και περισσότερο το κοινό είναι η αλήθεια, δηλαδή οι ατέλειες. Αν επιστρέψουμε σε ιστορίες που βασίζονται στους χαρακτήρες, τότε δεν θα θέλουμε τίποτα να εμποδίζει αυτή την αυθεντικότητα».
Είναι μια ωραία σκέψη. Όμως η Jessica M Goldstein, δημοσιογράφος που έχει καλύψει την αισθητική και την κουλτούρα του Χόλιγουντ, δεν είναι τόσο αισιόδοξη. «Τα πρότυπα ομορφιάς στον καπιταλισμό απαιτούν να υπάρχει πάντα κάτι νέο προς αγορά», είπε. «Μπορεί να υπάρξει μια επιφανειακή αλλαγή, όπου τα χειροποίητα πράγματα γίνονται σήμα κύρους ή κοινωνικής τάξης, όπως όταν οι μάρκες μιλούν για κάτι που κατασκευάζεται στην Αμερική. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι θα σταματήσουν να πληρώνουν για να κάνουν επεμβάσεις. Σημαίνει απλώς ότι θα αλλάξει η φύση των επεμβάσεων».
Η Goldstein προβλέπει μια στροφή προς πιο διακριτικές παρεμβάσεις. Πριν από 15 ή 20 χρόνια, οι ηθοποιοί άρχισαν να κάνουν μαζικά όψεις ριτίνης στα δόντια. Τα χαμόγελα των διάσημων έμοιαζαν όλα ίδια. Σήμερα, οι όψεις ριτίνης είναι λιγότερο τυποποιημένες, αν και εξακολουθούν να δείχνουν ωραίες και να είναι πολύ ακριβές.
Σε κάποιο βαθμό, αυτή η αλλαγή συμβαίνει ήδη στα πρόσωπα. Ο Brissett, ο αισθητικός χειρουργός, λέει ότι οι ασθενείς αναφέρουν «κόπωση από τα fillers», επιλέγοντας είτε να τα αφαιρέσουν είτε να μην τα επαναλάβουν όταν υποχωρήσει η δράση τους. Τα περισσότερα fillers διαρκούν έως έναν χρόνο. «Είναι κάτι που έχουν ξεπεράσει», είπε.
Περισσότεροι άνθρωποι στρέφονται στα facelifts, είπε ο Brissett, τα οποία αποτελούν τη δεύτερη πιο δημοφιλή αισθητική χειρουργική επέμβαση στις ΗΠΑ. Το deep plane facelift μπορεί να κοστίσει έως και 40.000 δολάρια σε μεγάλες μητροπολιτικές περιοχές, όπως η Νέα Υόρκη ή το Λος Άντζελες. Πρόκειται για μια νεότερη, πιο φυσική διαδικασία, που έχει στόχο να κάνει κάποιον να δείχνει ανανεωμένος, όχι απαραίτητα ριζικά διαφορετικός. Το κρίσιμο είναι ότι επιτρέπει στο πρόσωπο να κινείται. «Celebrities, δημόσια πρόσωπα και άτομα υψηλού προφίλ το κάνουν αθόρυβα», είπε ένας χειρουργός στο περιοδικό New York πέρυσι.
Η Jennifer Lawrence μπορεί να αποφεύγει το filler, επειδή φοβάται πώς θα επηρέαζε την υποκριτική της. Όταν, όμως, ρωτήθηκε αν είχε κάνει deep plane facelift, απάντησε με ενθουσιασμό: «Πιστέψτε με, θα κάνω!».








